9η Νοεμβρίου: Αγία Θεοκτίστη η Μηθυμναία «η εν Πάρω ασκήσασα»

08 Νοέμβριος 2019 22:08

…Δεν της είχε απομείνει ανάσα. Δύο τρομαγμένα πουλιά τα πυρετικά της μάτια έψαχναν γωνιά για να κουρνιάσουν την ύπαρξή της.


Αλαφιασμένη, με τα μαύρα της μαλλιά ξέπλεκα και τις γυμνές της πατούσες δύο γροθιές από αίμα, κάλπαζε σαν άυλο αερικό μέσα στο δάσος με ξεσκισμένο μανδύα και πόδια. Πέτρες σαν ξυράφια, κλαδιά σαν σπαθιά, βράχοι και θάμνοι σαν λιοντάρια, κατασπάραζαν το λιανό της κορμί, μα εκείνη δεν ένιωθε τίποτα. Κοίταζε μόνο μπροστά κι ό,τι έβλεπε ήταν εκείνα τα μαύρα σαν κάρβουνο μάτια του Σαρακηνού πειρατή που την κοίταζαν προ ολίγου ξεδιάντροπα ζυγίζοντας τις αντοχές της. Το μαύρο ταξίδι του θανάτου της ψυχής με το κουρσάρικο πλοίο, έκανε στάση στην Πάρο πριν αδειάσει το ανθρώπινο φορτίο του στα σκλαβοπάζαρα της Αφρικής.

Σε όλο το ταξίδι από τη Λέσβο μέχρι το νησί προσευχόταν στην Πανάγια Μητέρα, και να που τώρα, η θάλασσα του Αιγαίου την έβγαζε στον ιερό τόπο της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής. Τρέχοντας ξέπνοη για να ξεφύγει απ΄την αλλόθρησκη ατίμωση, είδε από μακριά τον βράχο της Λάγγερης που σήμερα, δώδεκα αιώνες μετά το μαρτύριο της πειρατικής αρπαγής της, λέγεται βράχος της Σβιάς. Το έρημο τραχύ τοπίο που απλωνόταν πέρα κατατρώγοντας πια τις αντοχές και τις ελπίδες της την έφερε στο Ελληνικό, στο φάρο, κι από εκεί προς τη Νάουσα και τους πρόποδες του λόφου Κουνάδος. Το φυσικό ύψωμα εξάντλησε πια και την τελευταία ρανίδα καρτερίας της.

 



Πήρε τη μεγάλη απόφαση να σταθεί και να κοιτάξει πίσω κατά τη θάλασσα. Προτού στρέψει το βλέμμα, γονάτισε και έκανε το τάμα της: «Παναγιά Μητέρα, εγώ η μοναχή Θεοκτίστη θα σου αφιερώσω ταπεινά τον βίο μου στον τόπο της σωτηρίας μου». Μια αμυδρή υποψία ανακούφισης διαγράφηκε στο οστέινο πρόσωπό της σαν αγνάντεψε την αρμάδα των κουρσάρικων να ξεκόβουν από τον κόλπο της Λάγγερης ανοίγοντας πανιά για μακριά.

Η μοναχή Θεοκτίστη, με τα δύο χέρια απλωμένα προς τον ουρανό και δάχτυλα σφιχτοπλεγμένα μουρμούρισε μια προσευχή ευχαριστίας στην Ουράνια Μητέρα και προστάτιδά της. Το θαύμα είχε γίνει. Από εδώ και στο εξής το άγιο τάμα της θα τη συντρόφευε για τα υπόλοιπα τριανταπέντε χρόνια της ζωής της.



Η Αγία Θεοκτίστη έκτοτε, ασκήτεψε στην Πάρο, μακριά από ανθρώπινα βλέμματα με μόνη συντροφιά της τα πλάσματα της φύσης του νησιού και την ενδόμυχη μυσταγωγία της ψυχής της με τον Πλάστη. Βρήκε καταφυγή στην έρημη πλινθόκτιστη σκήτη του λόφου κουρνιάζοντας τις βραδιές προτού σφαλίσει τα μάτια για να παραδοθεί σε έναν ύπνο ταραγμένο, γεμάτο εφιάλτες και παράδοξα οράματα. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που πεταγόταν τρομαγμένη νιώθοντας ένα πνιγηρό αίσθημα φόβου που της παρέλυε το κορμί.

Εκείνη είχε σωθεί, πόσες ψυχές όμως είχαν θανατωθεί στα δεσμά της ατιμωτικής σκλαβιάς με το κουρσάρικο; Έντρομη, σηκωνόταν τότε από το ψυχρό χωμάτινο πάτωμα της σκήτης, νιώθοντας μέσα της μια μεταφυσική σχεδόν ώθηση για προσευχή και παράκληση. Σταύρωνε τα χέρια στο στήθος και με μάτια βουλιαγμένα σε δύο άυπνες μαβιές λίμνες, ψιθύριζε μέσα στη σκοτεινιά της νύχτας λόγια ιερά με μοναδικό μάρτυρα το φεγγάρι. Λίγη ώρα μετά, καταλάγιαζαν τα μέσα της, το βασανιστήριό της ηρεμούσε κάπως και η αφύσικη ένταση έμοιαζε να κατασιγάζεται.



Οι εποχές κυλούσαν και η φύση αποκάλυπτε δοκιμασίες που χρόνο με το χρόνο γίνονταν και πιο μαρτυρικές για την ερημίτισσα. Το χειμώνα η βροχή τη μαστίγωνε, τα αστραπόβροντα τη χτυπούσαν και το ξεροβόρι της έγδερνε το κορμί. Τότε θαρρούσε πως η ψυχή της θα ξεκολλούσε από το στέρνο της για να ενωθεί με τις πνοές του μανιασμένου ανέμου. Κουλουριαζόταν στη σκήτη και ένιωθε μέχρι τα τρίσβαθα του είναι της τη Θεία Δύναμη να τη δοκιμάζει και πάλι. Άηχη ήταν τότε η νοερή συνομιλία της με τον Ουράνιο Πατέρα, βουβά τα κλάματά της μέχρι το θεριό του τρόμου και της αγριάδας να πάψει να την τυραννά.

Τα καλοκαίρια που ο τόπος πύρωνε και η πλάση άχνιζε κάτω από την φλογάτη ανάσα του ήλιου, διψούσε για νερό και λίγα χλωρά αγριόχορτα που θα ξεγελούσαν την πείνα της. Τις βραδιές όμως, ξάπλωνε ανάσκελα κάτω από το έναστρο ουρανό και ατένιζε τα λαμπερά άστρα που ζωγράφιζαν με διάστικτο φως τον καθαρό ορίζοντα ψελλίζοντας ευχαριστίες στον Δημιουργό.



Με τα χρόνια η Θεοκτίστη δεν απέμεινε παρά σκιά του εαυτού της. Ίχνη του μαραμένου της κορμιού ξεπρόβαλαν μέσα από το λιωμένο πια μανδύα της ο οποίος μόλις που έκρυβε τη σκελετωμένη της μορφή. Το πτυχωτό δέρμα της μόλις που συγκρατούσε το οστέινο σαρκίο της που είχε πάρει μια όψη πέρα από τα ανθρώπινα. Με ασίγαστο το κουράγιο να υψώνει τα κοκαλιάρικα χέρια της στον ουρανό οι προσευχές της τώρα είχαν την μορφή ικεσίας. Με διάπλατα τα θολά της μάτια που έσβηναν σιγά – σιγά από φως, ρουφούσε όση ζωή πίστης της απέμενε ψιθυρίζοντας «Θεέ μου, δώσε μου τη δύναμη ν΄αντέξω».

Την υπεράνθρωπη σχεδόν φιγούρα της, αντίκρισε προς το τέλος του βίου της ένας γηραιός ανυπόδητος ερημίτης με τρίχινο χιτώνα που ασκήτευε στην περιοχή. Έκπληκτος από την άυλη σχεδόν θωριά με τα λευκά μαλλιά και τα βασιλεμένα μάτια, στάθηκε και άκουσε την Αγία να του αφηγείται τη ζωή της. Δεκαοκτώ χρονών κορίτσι και ήδη μοναχή από τη Μήθυμνα της Λέσβου ήταν η ορφανή Θεοκτίστη όταν έφθασε με το κουρσάρικο στην Πάρο καταφέρνοντας να δραπετεύσει από τα χέρια των Σαρακηνών που την προόριζαν μαζί με άλλες κοπέλες για σκλάβα…



Στον Άγιο Συμεών τον «Μεταφραστή» εμπιστεύτηκε ο γέροντας την ιστορία της όταν το πλοίο του βυζαντινού Μάγιστρου αγκυροβόλησε στην Πάρο, εξαιτίας τρικυμίας στον δρόμο του προς εκστρατεία εναντίον των Αράβων της Κρήτης το 902 μ.Χ., και ο Συμεών, την κατέγραψε πληροφορώντας μας ότι η Αγία «εκοιμήθη εν Κυρίω» κατά τον μήνα Νοέμβριο. Δεν γνωρίζουμε ακριβώς το έτος του θανάτου της.

Ο ιστορικός Χρυσόστομος Παπαδόπουλος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών θεωρεί ως πιθανό έτος θανάτου της Αγίας το 872 μ.Χ. Τρία νησιά έχουν σαν καύχημα την Αγ. Θεοκτίστη. Η Λέσβος στην οποία γεννήθηκε, η Πάρος στην οποία έζησε τριανταπέντε χρόνια ασκητικής ζωής και η Ικαρία στην οποία βρίσκονται τα σεπτά λείψανά της. Στην Αγία Θεοκτίστη «Των Παρίων το κλέος και το εντρύφημα» όπως αναφέρει το απολυτίκιό της, κάνει αναφορά ο Εμμανουήλ Σαγκριώτης γράφοντας πως στάθηκε στη θέση που βρίσκεται σήμερα το ανακαινισθέν ναϋδριο του Σταυρού σε έκταση διακατεχόμενη από την Μονή Λογγοβάρδας.



Στην Πάρο στις αρχές του 20ου αιώνα, ο τότε ιερομόναχος και μετέπειτα ηγούμενος για πολλά χρόνια της Μονής, Φιλόθεος Ζερβάκος, σκέφθηκε ότι θα μπορούσε κάπου εκεί όπου εικάζεται ότι ασκήτεψε, να κτισθεί ένας ναός προς τιμήν της Αγίας. Εδώ θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι το ανάγλυφο της περιοχής του Λιβαδιού «του Δράκου», ειδικότερα προς τα χαμηλότερα τμήματά του (Λίμνες) αλλά και της έκτασης ευρισκόμενης πέραν της Ξιφάρας έως και τη Ζωοδόχο Πηγή της Λάγγερης, έχει υποστεί σημαντικές αλλοιώσεις.

Επομένως, η άποψη του Εμμανουήλ Σαγκριώτη ότι η Αγία στάθηκε στο ναό του Τιμίου Σταυρού και είδε τα καίκια να αποπλέουν ίσως δεν ευσταθεί, δεδομένου ότι πλέον των ανωτέρω η περιοχή αυτή ήταν τον 9ο αιώνα δασωμένη. Συμπεραίνεται συνεπώς, άλλωστε αυτό ανέπτυσσε και στα κηρύγματά του ο Φιλόθεος Ζερβάκος, ότι θα πρέπει να είχε ανέβει κάπου υψηλότερα, πιθανώς εκεί όπου βρίσκεται σήμερα ο ναός προς τιμήν της.

Ο ναός άρχισε να κατασκευάζεται προεξάρχοντος του Φιλόθεου Ζερβάκου το 1914 και ολοκληρώθηκε το 1919. Απλός, λιτός, σταυρωτός με τρούλο, εναρμονίζεται αρχιτεκτονικά με το γύρω απέριττο τοπίο και τον ασκητικό βίο της Αγίας.

Για πολλά χρόνια, περιμετρικά του ναού υπήρχαν πολλοί ευκάλυπτοι, προκάλεσαν όμως προβλήματα στο ναό και για το λόγο αυτό ξεριζώθηκαν. Ο ναός έως και το 1960 υδροδοτείτο από την ανατολικότερη πηγή μέσω υδραγωγού του λόφου Κουνάδος. Από την ίδια πηγή υδροδοτείτο άλλωστε και η δεξαμενή η ευρισκόμενη αριστερά της εισόδου της Μονής Ταξιαρχών η οποία εν τω μεταξύ έχει γκρεμιστεί. Ο ναός αυτός μέχρι πρότινος ήταν ο μοναδικός στην Ελλάδα αφιερωμένος στην Αγία Θεοκτίστη. Όμορος μάλιστα του ναού της Αγ. Θεοκτίστης είναι ο ναός του Αγίου Μοδέστου προστάτη των βουδιών.

Στον ναό της Αγ. Θεοκτίστης εορτάζεται και η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου την 25η Μαρτίου. Η λειτουργία αυτή άρχισε περίπου να τελείται αυτή την ημέρα από το 1925 από κάποιο κάτοικο της περιοχής που ονομαζόταν Ευάγγελος. Σε κάποιο σχετικό εγχειρίδιο, αναφέρεται ότι ο εν λόγω Βαγγέλης βρήκε από θαύμα την υγεία του, ωστόσο η πραγματικότητα είναι, ότι έφυγε από τη ζωή το 1932 σε ηλικία μόλις 33 ετών.



Ο Βαγγέλης υπηρετούσε το 1922 στο στρατό και εκείνη περίπου την περίοδο είχε ένα τροχαίο ατύχημα στην Αθήνα κοντά στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός όταν πηδώντας από αυτοκίνητο ενώ βρισκόταν σε κίνηση παρασύρθηκε και τραυματίστηκε.

Την εποχή εκείνη μια αδελφή του, η Στέλλα, εργαζόταν στον Ευαγγελισμό. Τον περιέθαλψε εκεί, τον φρόντισε έως ότου έγινε καλά και επέστρεψε στην Πάρο. Από τότε έως και το 1932 που έφυγε από τη ζωή, άνοιγε την εκκλησία της Αγ. Θεοκτίστης κάθε χρόνο στις 25 Μαρτίου. Στη συνέχεια, αφότου απεβίωσε, ένας άλλος Βαγγέλης, ξάδερφός του, συνονόματος και συνεπώνυμός του μάλιστα, συνέχιζε να ανοίγει την εκκλησία την ίδια ημέρα, έως το 1996.

Έτσι καθιερώθηκε να λειτουργεί ανήμερα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Από το 1945 και μετά, ο εκάστοτε δάσκαλος του Δημοτικού Σχολείου Καμαρών, συνόδευε τους μαθητές του την 25η Μαρτίου στην εκκλησία αυτή. Η μνήμη της Αγίας Θεοκτίστης τιμάται την 9η Νοεμβρίου. Τμήμα λειψάνου της ευρίσκεται στον Ιερό Ναό της Παναγίας Εκατονταπυλιανής, στο ξωκλήσι της Αγίας στη Μήθυμνα στης Λέσβου ενώ το μεγαλύτερο μέρος των λειψάνων της φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Λευκάδος στην Ικαρία

Ειδησεογραφικός, Ενημερωτικός, Ιστότοπος με σεβασμό στην αμερόληπτη ευρεία παρουσίαση των γεγονότων. Έγκυρη και έγκαιρη καθημερινή ενημέρωση!

 

Διαγωνισμός

diagonismoi prosexos