Καθώς αριθμός-ρεκόρ Αμερικανών φτάνουν στην ηλικία συνταξιοδότησης, το Axios παρατηρεί ότι η χώρα δεν είναι έτοιμη να διαχειριστεί το «ασημένιο τσουνάμι», με αυξημένα κόστη, αβέβαιες παροχές κοινωνικής ασφάλισης και εντεινόμενες ανισότητες να διαμορφώνουν μια νέα, λιγότερο ασφαλή εποχή για τους συνταξιούχους.
Σε αναλύσεις που παρουσιάστηκαν σε αμερικανικά μέσα ενημέρωσης επισημαίνεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα «ασημένιο τσουνάμι», καθώς ιστορικά μεγάλοι αριθμοί πολιτών εισέρχονται πλέον στην ηλικία συνταξιοδότησης. Η εξέλιξη αυτή συμβαίνει σε μια περίοδο, κατά την οποία η χώρα, σύμφωνα με οικονομολόγους, δεν έχει προσαρμοστεί στις νέες ανάγκες μιας γενιάς που ζει περισσότερο από κάθε προηγούμενη, αλλά αντιμετωπίζει μια σύνταξη πιο επισφαλή από ποτέ.
Όπως αναφέρουν τα σχετικά στοιχεία, πολλοί Αμερικανοί δεν έχουν ακόμη προετοιμαστεί γι' αυτή τη νέα πραγματικότητα, ενώ το ίδιο ισχύει και για τους φορείς χάραξης πολιτικής. Σύμφωνα με σχετικές έρευνες, περίπου το 45% όσων σκοπεύουν να συνταξιοδοτηθούν στα 65 θα αντιμετωπίσει ελλείμματα στη χρηματοδότηση της συνταξιοδότησης. Παράλληλα, η πλήρης ηλικία συνταξιοδότησης έχει ανέλθει στα 67 έτη, έπειτα από διαδοχικές αυξήσεις.
Η εικόνα επιβαρύνεται περαιτέρω από το συνεχώς αυξανόμενο κόστος ζωής για τους συνταξιούχους με σταθερά εισοδήματα. Οι άμεσες ιατρικές δαπάνες ανεβαίνουν σταθερά, το κόστος της κατ' οίκον φροντίδας αυξάνεται με ρυθμό υπερτριπλάσιο του πληθωρισμού και ένα ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό ηλικιωμένων καταναλώνει πάνω από το ένα τρίτο του εισοδήματός του σε δαπάνες στέγασης.
Στη συζήτηση για το μέλλον της συνταξιοδότησης, σημαντικό ρόλο παίζει η σταδιακή εξαφάνιση των παραδοσιακών συντάξεων. Οι συντάξεις προσέφεραν στις προηγούμενες γενιές -όπως η «Σιωπηλή Γενιά» και οι μεγαλύτεροι baby boomers- ένα σταθερό εισόδημα εφ’ όρου ζωής, όμως πλέον έχουν γίνει σπάνιες.
Σύμφωνα με το National Institute on Retirement Security, μόνο το 14% των πολιτών της Γενιάς Χ (45-60 ετών) διαθέτει συνταξιοδοτικό πρόγραμμα. Η οικονομολόγος Τερέσα Γκιλαρντούτσι από το New School for Social Research σημειώνει ότι «φροντίσαμε τη “Μεγαλύτερη Γενιά”», όμως οι νεότερες γενιές έχουν δεχθεί πολύ μικρότερη στήριξη.
Παρότι οι συνταξιοδοτικοί λογαριασμοί ενδέχεται να δημιουργούν την εντύπωση ευημερίας, τα αυξανόμενα κόστη και χρέη, σε συνδυασμό με τη μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, ενδέχεται να οδηγήσουν πολλούς ηλικιωμένους σε εξάντληση των αποταμιεύσεών τους ή σε αναγκαστικές περικοπές δαπανών. «Ζούμε ήδη αποχρώσεις της κρίσης συνταξιοδότησης» προειδοποιεί η ίδια.
Ανησυχία προκαλεί και η έντονη ανισότητα στην ετοιμότητα για συνταξιοδότηση. Έκθεση του Νοεμβρίου αναφέρει ότι εργαζόμενοι με εισόδημα άνω των 150.000 δολαρίων τον χρόνο συνεισφέρουν σχεδόν 13 φορές περισσότερα για τη σύνταξή τους σε σχέση με όσους κερδίζουν κάτω από 50.000. Η προσδοκία ότι πολλοί ηλικιωμένοι θα παρατείνουν τον εργασιακό τους βίο δεν ανταποκρίνεται πάντα στην πραγματικότητα, δεδομένων των προβλημάτων υγείας και της δυσκολίας στην εύρεση εργασίας σε προχωρημένη ηλικία.
Καίριο ζήτημα παραμένει το μέλλον των παροχών της Κοινωνικής Ασφάλισης. Σύμφωνα με τα ομοσπονδιακά στοιχεία, περίπου 56.000.000 Αμερικανοί άνω των 65 ετών λαμβάνουν σήμερα παροχές, ενώ οι χαμηλόμισθοι εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από αυτές. Έρευνα της Transamerica για το 2025 δείχνει ότι η Κοινωνική Ασφάλιση αποτελεί την κύρια πηγή εισοδήματος για συνταξιούχους με οικογενειακό εισόδημα κάτω των 50.000 δολαρίων.
Η Κρίστι Μάρτιν Ροντρίγκεζ, επικεφαλής του Nationwide Retirement Institute, δηλώνει ότι «μια μείωση 20% έως 25% στις παροχές θα είχε καταστροφικές συνέπειες για τους συνταξιούχους που βασίζονται κυρίως ή αποκλειστικά σε αυτές», προσθέτοντας ότι «το 61% των δικαιούχων αναφέρει πως η απώλεια ακόμη και της μισής πληρωμής θα καθιστούσε οικονομικά αδύνατο να επιβιώσουν».
Παρά τις ανησυχίες, ο οικονομολόγος του American Enterprise Institute, Άντριου Μπιγκς, επισημαίνει ότι οι προειδοποιήσεις για κρίση συνταξιοδότησης διατυπώνονται εδώ και δεκαετίες, χωρίς να έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί. «Η πραγματική κρίση βρίσκεται στην πλευρά της κυβέρνησης» αναφέρει, υπογραμμίζοντας τα χρηματοδοτικά κενά της Κοινωνικής Ασφάλισης, τα οποία βρίσκονται λίγα χρόνια πριν την κορύφωση. Η καθυστέρηση της συνταξιοδότησης θα μπορούσε, σύμφωνα με τον ίδιο, να συμβάλει στην κάλυψη των κενών.
Το συμπέρασμα που αναδεικνύεται από τις αμερικανικές αναλύσεις είναι ότι το μέλλον της συνταξιοδότησης στις ΗΠΑ παραμένει αβέβαιο, καθώς οι δημογραφικές μεταβολές, η οικονομική ανισότητα και η αβεβαιότητα γύρω από την Κοινωνική Ασφάλιση συνθέτουν ένα τοπίο έντονης αστάθειας για τις επόμενες δεκαετίες.
Δημογραφική «βόμβα» στην ΕΕ: Μειώνεται ο πληθυσμός, αυξάνονται οι συνταξιοδοτικές δαπάνες
Την ίδια ώρα, όπως έγραψε η Deutsche Welle, η Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπει ότι ο πληθυσμός στα κράτη-μέλη της θα μειωθεί από σήμερα 451 εκατομμύρια σε περίπου 432 εκατομμύρια έως το 2070. Την ίδια στιγμή, το ποσοστό ηλικιωμένων αυξάνεται ραγδαία. Ήδη, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, περίπου το 25% του πληθυσμού είναι 65 ετών και άνω.
Όσο όμως συρρικνώνεται ο εργασιακά ενεργός πληθυσμός, ολοένα λιγότεροι εργαζόμενοι χρηματοδοτούν έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό συνταξιούχων.
Για να καλύψουν ακόμη και τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλύπτουν τα χρηματοδοτικά κενά από τον κρατικό προϋπολογισμό. Στη Γερμανία, αυτή η ενίσχυση ξεπέρασε φέτος τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ και αναμένεται να ξεπεράσει τα 150 δισεκατομμύρια ευρώ έως το 2040.
Μερικά ενδεικτικά παραδείγματα χωρών της ΕΕ: Η Ιταλία δαπανά σήμερα, με 16% του ΑΕΠ, τα περισσότερα για συντάξεις στην Ευρώπη.
Στη Γερμανία το αντίστοιχο ποσοστό κυμαίνεται γύρω στο 10%. Στην Ιταλία, ωστόσο, οι συντάξεις λειτουργούν συχνά και ως «δίκτυο κοινωνικής ασφάλειας» για ολόκληρες οικογένειες, καθιστώντας ενδεχόμενες περικοπές σχεδόν αδύνατες. Βάσει των εκθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την πληθυσμιακή γήρανση, η Ελλάδα διέθεσε το 2022 το 14,5% του ΑΕΠ της για συντάξεις. Αναμένεται ότι μέχρι το 2040 το ποσοστό αυτό θα μειωθεί στο 13,7%.
Η Ισπανία, η οποία έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων στην Ευρώπη, θα αυξήσει, όπως όλα δείχνουν, σημαντικά για τον λόγο αυτό, τα επόμενα χρόνια, την κρατική χρηματοδότηση των συντάξεων.
Στον αντίποδα, Σουηδία και βαλτικές χώρες έχουν συνειδητά επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο. Η χορήγηση συντάξεων ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό έναν απλό κανόνα: μόνο ό,τι καταβάλλεται σε εισφορές μπορεί να καταβληθεί στους συνταξιούχους.
Εάν, δηλαδή, τα έσοδα μειωθούν λόγω δημογραφικών αλλαγών, αναπροσαρμόζονται προς τα κάτω οι συντάξεις. Το σύστημα αυτό έχει ένα σημαντικό μειονέκτημα. Στα κράτη της Βαλτικής, τα ποσοστά σχετικής φτώχειας μεταξύ ηλικιωμένων είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, επειδή οι συντάξεις δεν συμβαδίζουν με μισθούς και τιμές.



Newsroom