Στο άρθρο της «A Better Trans-Atlantic Relationship Is Entirely Possible», που δημοσιεύτηκε στο Foreign Policy (23 Μαρτίου 2026), η Emma Ashford επιχειρεί να δώσει μια πιο ψύχραιμη απάντηση: ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αυτό που βλέπουμε είναι μια δύσκολη, αλλά αναγκαία μετάβαση προς μια πιο ισότιμη σχέση.
Η εικόνα που χρησιμοποιείται συχνά για τη διατλαντική σχέση είναι αποκαλυπτική: άλλοι τη βλέπουν σαν έναν γάμο σε κρίση, άλλοι σαν ένα διαζύγιο που πλησιάζει, και κάποιοι σαν μια σχέση γονέα με παιδί που ενηλικιώνεται. Όλες αυτές οι μεταφορές δείχνουν κάτι κοινό: το παλιό μοντέλο δεν λειτουργεί πια. Και όμως, αντί να συζητείται σοβαρά πώς μπορεί να χτιστεί κάτι νέο, η δημόσια συζήτηση παραμένει εγκλωβισμένη σε φόβους και σενάρια καταστροφής.
Για να καταλάβει κανείς το σήμερα, πρέπει να γυρίσει πίσω, στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Τότε, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφάσισαν να παραμείνουν ο βασικός εγγυητής της ευρωπαϊκής ασφάλειας, κρατώντας το ΝΑΤΟ στο επίκεντρο και αποθαρρύνοντας κάθε σοβαρή προσπάθεια ευρωπαϊκής στρατιωτικής αυτονομίας. Η λογική ήταν απλή: η Ουάσιγκτον προσφέρει ασφάλεια, η Ευρώπη αποφεύγει το κόστος. Η τότε υπουργός Εξωτερικών Madeleine Albright το είχε συνοψίσει ωμά, μιλώντας για την ανάγκη να μη «διπλασιάζουν» οι Ευρωπαίοι τις αμερικανικές δυνατότητες.
Το αποτέλεσμα ήταν βολικό – αλλά και προβληματικό. Οι ευρωπαϊκές χώρες μείωσαν σταδιακά τις αμυντικές τους δαπάνες και επένδυσαν αλλού, κυρίως στο κοινωνικό κράτος. Όταν όμως χρειάστηκε να αναλάβουν δράση, όπως στη Λιβύη, αποδείχθηκε ότι δεν είχαν τα μέσα να το κάνουν αποτελεσματικά. Με άλλα λόγια, η εξάρτηση από τις ΗΠΑ είχε κόστος.
Τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα μετά την επιστροφή του Donald Trump στην εξουσία, αυτή η ισορροπία άρχισε να σπάει. Οι πιέσεις της Ουάσιγκτον –είτε μέσω εμπορικών μέτρων είτε μέσω ανοιχτών γεωπολιτικών απειλών– έστειλαν ένα σαφές μήνυμα: η Ευρώπη δεν μπορεί να βασίζεται επ’ άπειρον στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και κάπως έτσι, η συζήτηση για «στρατηγική αυτονομία» πέρασε από τη θεωρία στην πράξη.
Απέναντι σε αυτή τη μετάβαση, πολλοί αναλυτές και πολιτικοί καταφεύγουν σε τρία βασικά σενάρια φόβου. Το πρώτο λέει ότι αν η Ευρώπη γίνει πιο ισχυρή στρατιωτικά, θα απομακρυνθεί από τις ΗΠΑ. Η Ashford απαντά ότι αυτό είναι υπερβολή. Ναι, μια πιο αυτόνομη Ευρώπη θα μπορεί να διαφωνεί πιο εύκολα. Αλλά τα βασικά συμφέροντα –απέναντι στην Κίνα, στην τεχνολογία ή στην παγκόσμια οικονομία– παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κοινά.
Το δεύτερο σενάριο φοβάται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα εξελιχθεί σε ανταγωνιστή των Ηνωμένων Πολιτειών. Όμως και αυτό μοιάζει μακρινό. Η Ευρώπη παραμένει κατακερματισμένη σε πολλά επίπεδα, ενώ σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις δεν ανήκουν καν στην ΕΕ. Οι εντάσεις που θα υπάρξουν πιθανότατα θα αφορούν κυρίως κανονισμούς και οικονομικά ζητήματα, όχι μια συνολική γεωπολιτική ρήξη.
Το τρίτο σενάριο είναι το πιο δραματικό: ότι χωρίς τις ΗΠΑ, η Ευρώπη θα επιστρέψει σε παλιούς ανταγωνισμούς και συγκρούσεις. Η συγγραφέας το απορρίπτει κατηγορηματικά. Η σημερινή Ευρώπη δεν έχει καμία σχέση με εκείνη του 20ού αιώνα. Οι οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές διασυνδέσεις είναι τόσο βαθιές που λειτουργούν ως ισχυρό ανάχωμα σε τέτοιες εξελίξεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα είναι ξεκάθαρα. Η Ευρώπη προσπαθεί να ενισχύσει την άμυνά της, αλλά με διαφορετικές ταχύτητες και χωρίς ενιαίο σχέδιο. Το ΝΑΤΟ παραμένει βασικός πυλώνας, η ΕΕ παίζει ρόλο στη χρηματοδότηση και τον συντονισμό, ενώ εμφανίζονται και μικρότερες συνεργασίες μεταξύ χωρών. Το τοπίο είναι σύνθετο και συχνά αντιφατικό.
Το πιο ενδιαφέρον σημείο της ανάλυσης είναι αλλού: στο τι θέλουν τελικά οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ashford συνοψίζει την ιδανική απάντηση σε μια φράση: «partners, not dependencies» – εταίροι, όχι εξαρτήσεις. Δηλαδή μια σχέση όπου η Ευρώπη θα μπορεί να σταθεί στα πόδια της, χωρίς αυτό να σημαίνει ρήξη με την Αμερική.
Για τις ΗΠΑ, μια τέτοια εξέλιξη δεν είναι απώλεια, αλλά ευκαιρία. Θα μπορούσαν να μειώσουν το βάρος της στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη και να επικεντρωθούν σε άλλες προκλήσεις, όπως η άνοδος της Κίνας. Θα είχαν επίσης τη δυνατότητα να αναδιαμορφώσουν τις δυνάμεις τους, επενδύοντας περισσότερο σε ναυτικές και αεροπορικές δυνατότητες.
Για να φτάσουμε όμως εκεί, χρειάζονται αλλαγές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αποκτήσουν πιο σταθερή στρατηγική, χωρίς συνεχείς εναλλαγές από κυβέρνηση σε κυβέρνηση. Πρέπει επίσης να αποφασίσουν αν θέλουν να συγκρουστούν ιδεολογικά με την Ευρώπη ή να συνεργαστούν μαζί της. Και τέλος, να δουν τη σχέση πιο συνολικά – όχι μόνο μέσα από το πρίσμα της άμυνας, αλλά και του εμπορίου, της τεχνολογίας και της ενέργειας.
Το βασικό συμπέρασμα είναι απλό, αλλά ουσιαστικό: η διατλαντική σχέση δεν τελειώνει – ωριμάζει. Και όπως σε κάθε μακροχρόνια σχέση, η ισορροπία δεν έρχεται χωρίς εντάσεις. Αν όμως οι δύο πλευρές προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μια πιο δίκαιη και, τελικά, πιο σταθερή συνεργασία.



Ανδρέας Μπελεγρής