Η πρόληψη των πυρκαγιών περνά πλέον σε πιο οργανωμένη φάση, με σαφείς υποχρεώσεις για τους ιδιοκτήτες οικοπέδων αλλά και μεγαλύτερο επιχειρησιακό ρόλο για τους δήμους.
Στο επίκεντρο της νέας στρατηγικής βρίσκεται η μείωση της καύσιμης ύλης γύρω από κατοικίες και οικισμούς πριν από την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου. Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι η ανεξέλεγκτη βλάστηση σε ιδιωτικά οικόπεδα και σε δημοτικές εκτάσεις μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ταχεία εξάπλωση μιας φωτιάς, ακόμη και όταν η αρχική εστία είναι μικρή.
Οι πυρκαγιές του 2025 και η πίεση για αυστηρότερη πρόληψη
Η ανάγκη ενίσχυσης των μέτρων πρόληψης αποτυπώνεται και στα στοιχεία της τελευταίας αντιπυρικής περιόδου. Το 2025 καταγράφηκαν περισσότερες από 5.200 πυρκαγιές σε όλη τη χώρα, με τη μεγάλη πλειονότητα να αντιμετωπίζεται στα πρώτα στάδια επέμβασης.
Υπ. Εσωτερικών: 50 εκατ. ευρώ στους Δήμους για δράσεις πυροπροστασίας το 2026
Παρά την άμεση κινητοποίηση των δυνάμεων πυρόσβεσης, η παρουσία πυκνής και ξηρής βλάστησης γύρω από κατοικημένες περιοχές εξακολουθεί να θεωρείται από τις αρχές ένας από τους βασικούς παράγοντες που μπορούν να επιταχύνουν την εξάπλωση μιας φωτιάς.
Για τον λόγο αυτό, το νέο πλαίσιο δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην προληπτική απομάκρυνση της καύσιμης ύλης πριν ξεκινήσει η περίοδος υψηλού κινδύνου.
Η καύσιμη ύλη: το αδύναμο σημείο της πρόληψης
Πίσω από την υποχρέωση καθαρισμού των οικοπέδων βρίσκεται ένα πολύ πιο σύνθετο πρόβλημα: η διαχείριση της καύσιμης ύλης που προκύπτει από τους καθαρισμούς.
Τα τελευταία δύο χρόνια έχουν καταγραφεί επανειλημμένα παράπονα και καταγγελίες από κατοίκους ότι ακόμη και όταν τα οικόπεδα καθαρίζονται, τα κομμένα χόρτα και τα κλαδιά παραμένουν συχνά στο ίδιο σημείο, σχηματίζοντας σωρούς εύφλεκτης βιομάζας. Σε αρκετές περιπτώσεις οι κάτοικοι αναφέρουν ότι η βλάστηση κόβεται αλλά παραμένει στοιβαγμένη μέσα στο οικόπεδο, γεγονός που μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο πυρκαγιάς αντί να τον μειώσει.
Το πρόβλημα συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη δυνατότητα των δήμων να διαχειριστούν τον τεράστιο όγκο φυτικής βιομάζας που παράγεται κάθε άνοιξη από τους καθαρισμούς. Εκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης έχουν επισημάνει ότι πολλοί δήμοι δεν διαθέτουν επαρκή μηχανήματα, προσωπικό ή οικονομικούς πόρους για την αποκομιδή και διαχείριση αυτών των υπολειμμάτων.
Έτσι, σε αρκετές περιοχές δημιουργείται μια ιδιότυπη «γκρίζα ζώνη»: οι πολίτες κόβουν τη βλάστηση για να συμμορφωθούν με την υποχρέωση καθαρισμού, αλλά η απομάκρυνση της καύσιμης ύλης, δηλαδή των χόρτων, των φύλλων και των κλαδιών - δεν γίνεται πάντα οργανωμένα.
Αυτό το ζήτημα επιχειρεί να αντιμετωπίσει η νέα στρατηγική πρόληψης, η οποία δίνει μεγαλύτερη έμφαση όχι μόνο στον καθαρισμό αλλά και στη διαχείριση της βιομάζας που προκύπτει από αυτόν.
Παράλληλα εξετάζονται και συμπληρωματικά εργαλεία πρόληψης, όπως η ελεγχόμενη καύση βλάστησης σε συγκεκριμένες περιοχές, η χρήση του «αντιπύρ» σε επιχειρησιακό επίπεδο καθώς και η αξιοποίηση της ελεγχόμενης βόσκησης για τη μείωση της βλάστησης. Η βασική ιδέα είναι ότι η πρόληψη των πυρκαγιών δεν περιορίζεται πλέον στον απλό καθαρισμό ενός οικοπέδου, αλλά απαιτεί μια πιο ολοκληρωμένη διαχείριση της φυτικής ύλης πριν ξεκινήσει η αντιπυρική περίοδος.
Οι δήμοι στην πρώτη γραμμή της πρόληψης και το δύσκολο έργο της εφαρμογής
Παρά την αυστηροποίηση του πλαισίου, το βασικό ερώτημα παραμένει που παραμένει είναι εάν οι δήμοι έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόσουν αποτελεσματικά τις νέες υποχρεώσεις. Οι τοπικές αρχές αναλαμβάνουν πλέον σημαντικότερο ρόλο στην εφαρμογή του μέτρου. Θα έχουν την ευθύνη για την ενημέρωση των ιδιοκτητών, τον έλεγχο των δηλώσεων καθαρισμού και τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων. Παράλληλα θα μπορούν να προχωρούν σε αυτεπάγγελτους καθαρισμούς όταν διαπιστώνεται παράβαση.
Για την ενίσχυση των δημοτικών υπηρεσιών πολιτικής προστασίας προβλέπεται η πρόσληψη περίπου 350 στελεχών, ώστε κάθε δήμος να διαθέτει προσωπικό αρμόδιο για τον συντονισμό των δράσεων πρόληψης. Παράλληλα έχει αυξηθεί η κρατική χρηματοδότηση για δράσεις πολιτικής προστασίας στους δήμους, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει υπερδιπλασιαστεί.
Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, στην πλατφόρμα δηλώσεων καθαρισμού το 2025, υποβλήθηκαν περίπου 700.000 δηλώσεις, ενώ οι εκτιμήσεις ανεβάζουν τον συνολικό αριθμό των οικοπέδων που θα έπρεπε να δηλωθούν κοντά στα 1,3 εκατομμύρια.
Το κενό αυτό δείχνει ότι μεγάλο μέρος των ιδιοκτητών είτε δεν προχώρησε σε δήλωση είτε δεν ολοκλήρωσε εγκαίρως τον καθαρισμό. Η επόμενη αντιπυρική περίοδος θα αποτελέσει έτσι το πρώτο πραγματικό τεστ για το αν το νέο σύστημα ελέγχων, προστίμων και δημοτικής παρέμβασης μπορεί να μειώσει αυτό το χάσμα συμμόρφωσης και να μετατρέψει τον καθαρισμό των οικοπέδων από τυπική υποχρέωση σε ουσιαστικό εργαλείο πρόληψης.
Από το 2026 το πλαίσιο γίνεται πιο αυστηρό ως προς τις προθεσμίες και τις κυρώσεις
Οι ιδιοκτήτες οικοπέδων θα πρέπει να ολοκληρώνουν τον καθαρισμό των εκτάσεών τους από την 1η Απριλίου έως το τέλος Μαΐου, ενώ η δήλωση καθαρισμού θα πρέπει να υποβάλλεται μέσα από την ψηφιακή πλατφόρμα έως τα μέσα Ιουνίου.
Παράλληλα αυστηροποιούνται τα πρόστιμα για παραβάσεις. Το πρόστιμο για μη καθαρισμό οικοπέδου αυξάνεται στο 1 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, με ελάχιστο ποσό τα 200 ευρώ. Η μη υποβολή δήλωσης θα τιμωρείται με πρόστιμο 500 ευρώ όταν το οικόπεδο δεν έχει καθαριστεί, ενώ όταν το οικόπεδο έχει καθαριστεί αλλά δεν έχει δηλωθεί το πρόστιμο μειώνεται στα 100 ευρώ.
Ιδιαίτερα αυστηρή παραμένει και η αντιμετώπιση των ψευδών δηλώσεων. Σε περίπτωση που κάποιος δηλώσει ψευδώς ότι έχει καθαρίσει το οικόπεδό του, προβλέπεται πρόστιμο 5.000 ευρώ, ενώ προβλέπονται και ποινικές κυρώσεις. Σε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης δεν προχωρήσει στον καθαρισμό, οι δήμοι θα μπορούν να παρέμβουν αυτεπάγγελτα, να πραγματοποιήσουν τον καθαρισμό και να καταλογίσουν το κόστος στον ιδιοκτήτη, πέρα από το διοικητικό πρόστιμο.



Newsroom