Με ενισχυμένα ψηφιακά εργαλεία και διευρυμένη πρόσβαση σε τραπεζικά δεδομένα, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων σφίγγει τον κλοιό των φορολογικών ελέγχων, αναβαθμίζοντας το πλαίσιο λειτουργίας του Bank Account Nexus Crosscheck Application (BANCAPP), του συστήματος αυτοματοποιημένου ελέγχου προσαύξησης περιουσίας. Η τροποποίηση της σχετικής απόφασης στοχεύει στην ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διασταύρωση οικονομικών στοιχείων, στη μείωση της γραφειοκρατίας στα αιτήματα προς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και στην καλύτερη διαχείριση σύνθετων ελέγχων με επικαλυπτόμενες φορολογικές περιόδους, ενισχύοντας συνολικά την επιχειρησιακή ικανότητα της φορολογικής διοίκησης.
Στην πράξη, το BANCAPP λειτουργεί ως «κόμβος» μέσω του οποίου οι ελεγκτικές υπηρεσίες της ΑΑΔΕ μπορούν να ζητούν τραπεζικά στοιχεία για φορολογουμένους στο πλαίσιο ελέγχων προσαύξησης περιουσίας και διασταυρώσεων.
Με την τροποποίηση ξεκαθαρίζεται ποιοι είναι οι φορείς που υποχρεούνται να ανταποκρίνονται με διαβίβαση στοιχείων στο σύστημα: πέρα από τις τράπεζες που εμπίπτουν στο θεσμικό πλαίσιο των πιστωτικών ιδρυμάτων, περιλαμβάνονται ρητά και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών τραπεζών, καθώς και ιδρύματα πληρωμών και ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, ακόμη και χωρίς φυσική εγκατάσταση, εφόσον είναι καταχωρημένα στο Μητρώο της Τράπεζας της Ελλάδος.
Αυτό έχει σημασία γιατί πλέον το «ίχνος» συναλλαγών δεν περιορίζεται μόνο σε κλασικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, αλλά μπορεί να αφορά και λογαριασμούς/υπηρεσίες fintech, ηλεκτρονικά πορτοφόλια ή λογαριασμούς πληρωμών που χρησιμοποιούνται για εισπράξεις και πληρωμές.
Κρίσιμο σημείο της αλλαγής είναι και ο τρόπος απάντησης στα αιτήματα: για κάθε αίτημα που υποβάλλεται από χρήστη (ελεγκτή) μέσω BANCAPP, προβλέπεται ότι λαμβάνει απάντηση από όλα τα υπόχρεα πρόσωπα. Με απλά λόγια, αντί ο έλεγχος να «τρέχει» με αποσπασματικές απαντήσεις ή να χρειάζεται πολλαπλά ξεχωριστά αιτήματα ανά φορέα, το σύστημα έχει σχεδιαστεί ώστε η ίδια εντολή ελέγχου να «επιστρέφει» συγκεντρωτικά αποτελέσματα από το σύνολο των τραπεζών/ιδρυμάτων που εμπίπτουν στην υποχρέωση διαβίβασης, κάτι που –σύμφωνα με τη λογική της απόφασης– μειώνει καθυστερήσεις και κενά πληροφόρησης.
Στο πεδίο των ελέγχων, τα τραπεζικά δεδομένα αξιοποιούνται κυρίως για να συγκριθούν οι οικονομικές κινήσεις με τα δηλωθέντα εισοδήματα και την φορολογική εικόνα του προσώπου. Έτσι, όταν ένας φορολογούμενος δηλώνει χαμηλό εισόδημα, αλλά εμφανίζει σημαντικές καταθέσεις ή εισροές σε λογαριασμούς. Αν, για παράδειγμα, δηλώνονται 12.000 ευρώ ετήσιο εισόδημα, αλλά σε διαφορετικούς λογαριασμούς ή σε υπηρεσίες πληρωμών εμφανίζονται συνολικές εισροές 60.000 ευρώ μέσα στο ίδιο έτος, ο έλεγχος μπορεί να ζητήσει εξηγήσεις για την προέλευση των ποσών, όπως αποταμιεύσεις παρελθόντων ετών, πώληση περιουσιακού στοιχείου, δάνειο, γονική παροχή ή επιστροφή κεφαλαίου. Αν δεν τεκμηριωθεί επαρκώς η πηγή, η διαφορά μπορεί να αντιμετωπιστεί ως προσαύξηση περιουσίας και να οδηγήσει σε καταλογισμούς, στο πλαίσιο των κανόνων που διέπουν τις σχετικές διασταυρώσεις.
Ένα δεύτερο συχνό σενάριο αφορά επαγγελματίες ή επιχειρήσεις που εμφανίζουν τζίρο μέσω POS ή πληρωμών σε λογαριασμούς πληρωμών, ο οποίος δεν «δένει» με τα δηλωθέντα στοιχεία. Για παράδειγμα, ένας ελεύθερος επαγγελματίας μπορεί να δηλώνει ακαθάριστα έσοδα 30.000 ευρώ, αλλά οι πιστώσεις από κάρτες, transfers και εισπράξεις μέσω ηλεκτρονικού πορτοφολιού να δείχνουν 45.000 ευρώ. Ο έλεγχος, αξιοποιώντας και την επέκταση της υποχρέωσης διαβίβασης σε ιδρύματα πληρωμών και ηλεκτρονικού χρήματος, μπορεί να εντοπίσει πιο ολοκληρωμένα το σύνολο των εισπράξεων που «περνούν» από διαφορετικά κανάλια, μειώνοντας την πιθανότητα να μένουν «εκτός κάδρου» κινήσεις που δεν περνούν από παραδοσιακή τράπεζα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά της απόφασης στις «επικαλυπτόμενες ελεγχόμενες περιόδους». Πρόκειται για περιπτώσεις όπου υπάρχουν παράλληλοι έλεγχοι ή αιτήματα που καλύπτουν εν μέρει τις ίδιες χρονικές περιόδους, κάτι που στην πράξη μπορεί να οδηγεί σε διπλές ζητήσεις στοιχείων ή σε σύγχυση ως προς το ποια δεδομένα έχουν ήδη αποσταλεί. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα είναι όταν μια υπηρεσία ζητά στοιχεία για τα έτη 2021-2023 και, λίγο αργότερα, άλλη υπηρεσία ζητά στοιχεία για 2022-2024. Η «επικάλυψη» στο 2022-2023 δημιουργεί ανάγκη συντονισμού, ώστε να μην υπάρχει επανάληψη ή ασυνέπεια. Η τροποποίηση αναφέρει ρητά ότι επιδιώκεται απλοποίηση και εξορθολογισμός του χειρισμού αυτών των αιτημάτων, ώστε το σύστημα και οι υπόχρεοι φορείς να ανταποκρίνονται πιο ομοιόμορφα και αποδοτικά .
Ένα ακόμη πρακτικό παράδειγμα αφορά φυσικά πρόσωπα που πραγματοποιούν μεγάλες δαπάνες ή επενδύσεις, οι οποίες δεν συμβαδίζουν με τη φορολογική εικόνα. Αν, για παράδειγμα, προκύπτει αγορά οχήματος ή προκαταβολή για ακίνητο, και παράλληλα καταγράφονται σημαντικές μεταφορές χρημάτων σε λογαριασμούς, ο έλεγχος μπορεί να αναζητήσει τη «διαδρομή» των κεφαλαίων: από πού ήρθαν τα χρήματα, μέσω ποιων ιδρυμάτων πέρασαν, αν υπήρξαν εισροές από τρίτους ή από το εξωτερικό και αν αυτά έχουν δηλωθεί/τεκμηριωθεί. Το ότι στο πεδίο των υπόχρεων φορέων περιλαμβάνονται και ιδρύματα πληρωμών και ηλεκτρονικού χρήματος διευκολύνει τη χαρτογράφηση όταν χρησιμοποιούνται πολλαπλές εφαρμογές ή υπηρεσίες για τη μεταφορά και αποθήκευση χρημάτων.



Newsroom (1)