Ότι το φως της Ελλάδας, ο ήπιος καιρός, η υπαίθρια ζωή και μια μακρά ιστορία δυσπιστίας απέναντι στις «εξουσίες» τον τοποθετούν «απέναντι» σε κανόνες και οδηγίες.
Κι όμως, την περίοδο της πανδημίας συνέβη κάτι που ανέτρεψε αυτή την «θεωρία» και η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας πειθάρχησε.
Δεν πειθάρχησε από φόβο μόνο, ούτε επειδή «φοβήθηκε το πρόστιμο».
Πειθάρχησε γιατί πείστηκε.
Και πείστηκε, σε μεγάλο βαθμό, από τον τρόπο με τον οποίο η επιστημονική γνώση παρουσιάστηκε στον δημόσιο χώρο κυρίως με σοβαρότητα, σεμνότητα, τεκμηρίωση και … χωρίς κραυγές.
Η παρουσία επιστημόνων όπως ο Σωτήρης Τσιόδρας και ο Ηλίας Μόσιαλος λειτούργησε καταλυτικά.
Δεν εμφανίστηκαν ως αυθεντίες που διατάζουν, αλλά ως ειδικοί που εξηγούν.
Την ίδια περίοδο, βεβαίως, έκαναν έντονα την εμφάνισή τους και οι γνωστοί «ψεκασμένοι», αντιεμβολιαστές, συνωμοσιολόγοι, αρνητές της επιστήμης.
Παρ’ όλα αυτά, έμειναν μειοψηφία.
Τα ποσοστά συμμόρφωσης ξεπέρασαν το 85% , ένα εντυπωσιακό νούμερο για μια κοινωνία που υποτίθεται ότι «δεν βάζει μυαλό».
Σήμερα, οι ίδιοι περίπου άνθρωποι επανεμφανίζονται με άλλη μορφή.
Ως φανατικά αντισυστημικοί, ως οπαδοί πολιτικών σχημάτων που υπόσχονται εύκολες λύσεις και προβάλλουν εθνικές ή παγκόσμιες συνωμοσίες και «κρυφές αλήθειες».
Και εδώ προκύπτει το ερώτημα, ποιοι είναι οι «ψέκες», από πού προέκυψε ο όρος και κυρίως πώς τους αντιμετωπίζουμε;
Η λέξη «ψεκασμένος» προέρχεται από τη θεωρία συνωμοσίας των chemtrails, την ιδέα ότι τα αεροπλάνα «μας ψεκάζουν» με χημικές ουσίες για τον έλεγχο του πληθυσμού.
Στην Ελλάδα, ο όρος γενικεύτηκε και έγινε πολιτικός χαρακτηρισμός.
Δεν περιγράφει απλώς τον άνθρωπο που πιστεύει σε μια ανορθολογική θεωρία, αλλά εκείνον που έχει υιοθετήσει έναν ολόκληρο τρόπο σκέψης, με βαθιά καχυποψία προς κάθε θεσμό, απόρριψη της επιστήμης όταν δεν επιβεβαιώνει τις πεποιθήσεις του, και εμμονή ότι κατέχει μια «αλήθεια» που οι άλλοι αγνοούν ή αποκρύπτουν.
Το εντυπωσιακό είναι ότι τον «ψέκα» δεν είναι δύσκολο να τον «καταλάβεις».
Αρκεί να «ανοίξει» το στόμα του ή να γράψει δύο «αράδες» στα κοινωνικά δίκτυα.
Η γλώσσα του είναι απόλυτη, καταγγελτική, γεμάτη βεβαιότητες χωρίς αποδείξεις.
Δεν συζητά … αποκαλύπτει!!!
Πρέπει λοιπόν να τους αγνοούμε ή να τους αντιμετωπίζουμε;
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό δίλημμα.
Η εύκολη απάντηση είναι, «τους αγνοούμε».
Και σε μεγάλο βαθμό αυτό συμβαίνει ήδη.
Η κοινωνική πλειοψηφία είτε δεν τους δίνει σημασία είτε τους αντιμετωπίζει με ειρωνεία.
Και πράγματι, οι «ψέκες» δύσκολα θα γίνουν πλειοψηφικό ρεύμα.
Όμως το πρόβλημα δεν είναι αν θα γίνουν πλειοψηφία.
Είναι ότι επηρεάζουν το κλίμα.
Θολώνουν τον δημόσιο λόγο.
Μετακινούν τη συζήτηση από τα πραγματικά προβλήματα (ανισότητες, κράτος, θεσμοί, καθημερινότητα) σε φαντασιακούς εχθρούς και εύκολες εξηγήσεις.
Και αυτό, έστω και μειοψηφικά, έχει πολιτικές συνέπειες.
Η εμπειρία της πανδημίας μας δείχνει κάτι πολύτιμο, δηλαδή ότι ο ορθολογισμός δεν επιβάλλεται, πείθει.
Όχι με ύβρεις, όχι με απαξίωση, αλλά με υπομονή, επιχειρήματα και ήθος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ανορθολογική άποψη αξίζει ίσο χώρο.
Σημαίνει όμως ότι η απάντηση στον «ψέκα» δεν μπορεί να είναι μόνο ο χλευασμός γιατί τότε απλώς επιβεβαιώνεται η αφήγησή του ότι «το σύστημα τον πολεμά».
Ένα συμπέρασμα που αξίζει να κρατήσουμε είναι ότι η πανδημία απέδειξε ότι η ελληνική κοινωνία δεν είναι ούτε αφελής ούτε εγγενώς απείθαρχη.
Μπορεί να ακούσει, να κρίνει και να ακολουθήσει όταν ο λόγος που της απευθύνεται είναι σοβαρός και έντιμος.
Το πρόβλημα των «ψεκασμένων» δεν είναι αριθμητικό, αλλά ποιοτικό και αφορά το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου.
Κι αν κάτι αξίζει να κρατήσουμε από εκείνη την περίοδο, δεν είναι μόνο τα μέτρα ή τα ποσοστά, αλλά το εξής απλό μάθημα…
Η επιστήμη (και η πολιτική επιστήμη), όταν μιλά ανθρώπινα, μπορεί να νικήσει τον ανορθολογισμό.
Αρκεί να μην εγκαταλείψει τον δημόσιο χώρο σε όσους φωνάζουν περισσότερο.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ


Newsroom