Ο νόμος 5225/25 επεκτείνει τον κατάλογο των πειθαρχικών παραπτωμάτων, αυξάνει τις προβλεπόμενες ποινές και διευρύνει τις περιπτώσεις που μπορεί να οδηγήσουν ακόμη και σε οριστική απομάκρυνση από την υπηρεσία.
Στο νέο πλαίσιο εντάσσονται παραπτώματα που έως σήμερα δεν αντιμετωπίζονταν ενιαία, όπως η μη δήλωση σύγκρουσης συμφερόντων, περιστατικά βίας ή παρενόχλησης στον χώρο εργασίας, καθυστερήσεις σε κρίσιμες υπηρεσιακές πράξεις και η συμμετοχή υπαλλήλων σε δραστηριότητες ή εταιρείες ασυμβίβαστες με την ιδιότητά τους.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται πλέον στη διαδικασία αξιολόγησης. Η άρνηση συμμετοχής, είτε από την πλευρά του αξιολογητή είτε του αξιολογούμενου, αντιμετωπίζεται ως αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα. Στην πρώτη περίπτωση προβλέπεται πρόστιμο ίσο με δύο μηνιαίους μισθούς, ενώ η επανάληψη της άρνησης για δύο διαδοχικές περιόδους οδηγεί σε οριστική παύση.
Οι ρυθμίσεις καλύπτουν το σύνολο των υπαλλήλων του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα, συμπεριλαμβανομένων των ΟΤΑ και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Για τους δημοτικούς υπαλλήλους εισάγονται ειδικές προβλέψεις, όπως η υποχρεωτική χρήση μέσων ατομικής προστασίας και η συμμετοχή σε προληπτικούς ιατρικούς ελέγχους, ενώ παράβαση καθήκοντος θεωρείται πλέον και η μη χορήγηση των μέσων αυτών από τη διοίκηση.
Αντίστοιχα, για το ένστολο προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας, πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά η μη χρήση της προβλεπόμενης στολής και του διακριτικού σήματος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων.
Το νέο πειθαρχικό δίκαιο εμπλουτίζει και το «οπλοστάσιο» των κυρώσεων. Εκτός από τις ήδη ισχύουσες ποινές, προστίθενται η στέρηση μισθολογικού κλιμακίου για διάστημα έως πέντε έτη, η αφαίρεση έως τεσσάρων κλιμακίων και η απαγόρευση άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου, προσωρινά ή για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Παράλληλα, αυξάνονται σε ορισμένες περιπτώσεις τα ανώτατα όρια ποινών που μπορούν να επιβάλουν τα πειθαρχικά όργανα.
Νέα προσέγγιση εισάγεται και στη διαχείριση των υποθέσεων, με τη δυνατότητα πειθαρχικής συνδιαλλαγής. Ο υπάλληλος μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να ζητήσει ηπιότερη μεταχείριση, εφόσον το παράπτωμα δεν επισύρει οριστική παύση και δεν έχει προκληθεί οικονομική ζημιά ή αυτή έχει αποκατασταθεί πλήρως.
Από το 2026, τη διαχείριση των νέων υποθέσεων αναλαμβάνει το Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα, ένα κεντρικό όργανο με συμμετοχή δικαστικών λειτουργών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Το Συμβούλιο θα λειτουργεί σε τριμελή και πενταμελή κλιμάκια, ενώ ειδική σύνθεση θα εξετάζει υποθέσεις ιδιαίτερης βαρύτητας που αγγίζουν το δημόσιο αίσθημα.
Στόχος του νέου συστήματος είναι η επιτάχυνση των διαδικασιών και η ενίσχυση της διαφάνειας, καθώς μέχρι σήμερα πολλές πειθαρχικές υποθέσεις παρέμεναν σε εκκρεμότητα επί σειρά ετών. Τα υφιστάμενα πειθαρχικά συμβούλια θα καταργηθούν από τις αρχές του 2027, με προθεσμία έως το τέλος του 2026 για την εκκαθάριση των παλαιών υποθέσεων.
Η μεταρρύθμιση επιχειρεί να βάλει τέλος στις χρόνιες καθυστερήσεις και να δημιουργήσει ένα ενιαίο, πιο αυστηρό και αποτελεσματικό πλαίσιο λογοδοσίας στο Δημόσιο, με σαφείς κανόνες και ταχύτερη απονομή πειθαρχικής δικαιοσύνης.




Newsroom

