Με αυτά τα δεδομένα κι ενώ η επίσημη διαδικασία διαβούλευσης έχει ξεκινήσει, ο νέος κατώτατος θα ανέβει από τα 880 σήμερα στα 910- 920 ευρώ, με την προοπτική να φτάσει τουλάχιστον στα 950 ευρώ το 2027, όπως προβλέπει ο σχεδιασμός της κυβέρνησης. Το ενδεχόμενο ο πήχης να ανέβει τελικά ψηλότερα, δεν θα πρέπει, πάντως, να αποκλειστεί, ως αποτέλεσμα των μισθολογικών ανακατατάξεων, που αναμένεται και προσδοκάται να επιφέρει το νέο πλαίσιο για τις συλλογικές συμβάσεις.
Πέρα από τα επιδόματα- όπως της ανεργίας και της μητρότητας- που συμπαρασύρει η αύξηση του κατώτατου μισθού, ωφελημένοι θα είναι και οι δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς ο βασικός τους μισθός θα αναπροσαρμοστεί αναλόγως.
Οι κατώτατοι μισθοί στην Ευρώπη
Αφού “ξεκόλλησε” από τα μνημονιακά επίπεδα των 650 ευρώ (758 ευρώ σε 12μηνη βάση), ο ελληνικός κατώτατος μισθός βρίσκεται, πλέον, στη 2η κατηγορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat.
Από τις 22 χώρες, που έχουν κατώτατο μισθό, οι 8 είχαν κατώτατους μισθούς κάτω από 1.000 ευρώ το μήνα σε 12μηνη βάση: Βουλγαρία (620 ευρώ), Λετονία (780 ευρώ), Ρουμανία (795 ευρώ), Ουγγαρία (838 ευρώ), Εσθονία (886 ευρώ), Σλοβακία (915 ευρώ), Τσεχία (924 ευρώ) και Μάλτα (994 ευρώ). Σε 8 άλλες, οι κατώτατοι μισθοί κυμαίνονταν από 1.000 ευρώ έως 1.500 ευρώ το μήνα: Ελλάδα (1.027 ευρώ), Κροατία (1.050 ευρώ), Πορτογαλία (1.073 ευρώ), Κύπρος (1.088 ευρώ), Πολωνία (1.139 ευρώ), Λιθουανία (1.153 ευρώ), Σλοβενία (1.278 ευρώ) και Ισπανία (1.381 ευρώ). Στις υπόλοιπες 6 χώρες, οι κατώτατοι μισθοί ήταν άνω των 1.500 ευρώ μηνιαίως: Γαλλία (1.823 ευρώ), Βέλγιο (2.112 ευρώ), Ολλανδία (2.295 ευρώ), Γερμανία (2.343 ευρώ), Ιρλανδία (2.391 ευρώ) και Λουξεμβούργο (2.704 ευρώ).
Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο υψηλότερος κατώτατος μισθός στις χώρες της ΕΕ ήταν 4,4 φορές υψηλότερος από τον χαμηλότερο. Ωστόσο, οι διαφορές στους κατώτατους μισθούς μεταξύ των χωρών είναι σημαντικά μικρότερες όταν ληφθούν υπόψη οι διαφορές στο επίπεδο των τιμών, δηλαδή όταν οι μισθοί εκφραστούν σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης (ΜΑΔ). Και σε αυτήν την περίπτωση, η Ελλάδα βρίσκεται στη 2η κατηγορία.
Ειδικότερα, σε όρους ΜΑΔ, οι χώρες της ΕΕ με εθνικό κατώτατο μισθό μπορούν να ταξινομηθούν σε 3 διαφορετικές ομάδες:
κατώτατοι μισθοί άνω των 1.500 ΜΑΔ ανά μήνα: Γερμανία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Βέλγιο, Ιρλανδία, Γαλλία, Πολωνία και Ισπανία.
κατώτατοι μισθοί που κυμαίνονται μεταξύ 1.000 ΜΑΔ και 1.500 ΜΑΔ ανά μήνα: Σλοβενία, Λιθουανία, Κροατία, Ρουμανία, Πορτογαλία, Ελλάδα (1.194 ΜΑΔ), Κύπρος, Ουγγαρία, Μάλτα, Σλοβακία, Βουλγαρία και Τσεχία.
και κατώτατοι μισθοί κάτω των 1.000 ΜΑΔ ανά μήνα: Λετονία και Εσθονία.
Το στοίχημα του μέσου μισθού
Ζητούμενο παραμένει, πάντως, η ταχύτερη αναπροσαρμογή του μέσου μισθού, έτσι ώστε να κλείσει η “ψαλίδα” με την υπόλοιπη Ευρώπη. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει μόνο μέσω της αύξησης του κατώτατου μισθού- όπως λίγο ως πολύ συμβαίνει τώρα- αλλά κυρίως με τη διάχυση των αυξήσεων στα μεσαία και υψηλότερα κλιμάκια. Είναι ενδεικτικό ότι επί συνόλου περίπου 2,5 εκατ. μισθωτών, μόλις 505 χιλιάδες έχουν ακαθάριστες αποδοχές άνω των 1.500 ευρώ κι από αυτούς μόνο οι 263 χιλιάδες λαμβάνουν πάνω από 2.000 ευρώ.
Σύμφωνα με τα τελευταία δημοσιευμένα στοιχεία, ο μέσος ακαθάριστος μισθός πλήρους απασχόλησης διαμορφώνεται στα 1.369 ευρώ και ο κυβερνητικός στόχος είναι να φτάσει στα 1.500 ευρώ την επόμενη χρονιά. Ως “κλειδί” για να επιτευχθεί ή και να ξεπεραστεί αυτός ο στόχος, χαρακτηρίζεται το νέο πλαίσιο για τις συλλογικές συμβάσεις, που κατατέθηκε προς ψήφιση στη Βουλή. Αν λάβουμε υπόψιν ότι σήμερα το ποσοστό κάλυψης της αγοράς από συλλογικές συμβάσεις δεν φτάνει ούτε το 30% και η σχετική Οδηγία προβλέπει 80%, αντιλαμβάνεται κανείς την πρόκληση.
Ποια είναι τα στοιχεία, που συνηγορούν στο ότι οι αλλαγές του πλαισίου, θα καταστήσουν πιο εύκολη την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων, άρα και τη συμφωνία κλαδικών μισθολογικών αυξήσεων;
για την επέκταση μιας ΣΣΕ απαιτείται οι δεσμευόμενοι εργοδότες να απασχολούν το 40% των εργαζομένων του κλάδου, αντί του 50% που προβλέπεται σήμερα. Δεν εξετάζεται καθόλου το ποσοστό κάλυψης όταν η κλαδική ΣΣΕ συνυπογράφεται από τη ΓΣΕΕ και από μία εργοδοτική οργάνωση, εφόσον είναι η πλέον αντιπροσωπευτική στον συγκεκριμένο κλάδο
επαναφορά της μετενέργειας: μετά τη λήξη της ΣΣΕ και του τριμήνου παράτασης, ΟΛΟΙ οι κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ συνεχίζουν να ισχύουν μέχρι να αντικατασταθούν από νέα συλλογική ή ατομική σύμβαση. Η μετενέργεια είναι αόριστης διάρκειας. Επιπλέον, οι όροι της ΣΣΕ εφαρμόζονται και στους εργαζομένους που προσλαμβάνονται κατά την τρίμηνη παράταση




Newsroom

