Όμως η επιστροφή Τραμπ στον Λευκό Οίκο έδειξε κάτι πολύ πιο άβολο: ότι η εξάρτηση από τις ΗΠΑ δεν είναι πλέον απλώς αδυναμία. Μπορεί να γίνει απειλή.
Στην αρχή, η Ευρώπη διάλεξε τον κατευνασμό. Απέφυγε τη σύγκρουση, έκανε παραχωρήσεις, δέχθηκε πιέσεις για μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες και υπέγραψε δυσμενείς εμπορικούς συμβιβασμούς, ελπίζοντας ότι θα διασώσει τα βασικά της διατλαντικής σχέσης. Αντί όμως να κερδίσει χρόνο, έχασε αυτοπεποίθηση. Έδειξε ότι φοβάται περισσότερο την αμερικανική οργή από όσο πιστεύει στη δική της δύναμη.
Το σημείο καμπής ήρθε όταν ο Τραμπ απείλησε τη Γροιλανδία, δηλαδή έδαφος που συνδέεται με τη Δανία, χώρα της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Εκεί η Ευρώπη κατάλαβε ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η Ρωσία ή η Κίνα. Είναι και το ενδεχόμενο μια απρόβλεπτη Αμερική να αντιμετωπίζει τους συμμάχους της σαν πελάτες ή υποτελείς.
Για την Ελλάδα, αυτό δεν είναι μακρινή συζήτηση. Είναι καθαρή υπόθεση εθνικού συμφέροντος. Η χώρα έχει στηρίξει επί δεκαετίες την ασφάλειά της σε δύο πυλώνες: την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Αν όμως η Ουάσιγκτον γίνεται πιο ασταθής, πιο συναλλακτική και λιγότερο προβλέψιμη, τότε η Αθήνα πρέπει να επενδύσει πολύ πιο σοβαρά στον ευρωπαϊκό πυλώνα.
Πρώτα στην άμυνα. Μια Ευρώπη που χτίζει κοινά αμυντικά εργαλεία, χρηματοδοτεί εξοπλισμούς και στηρίζει την Ουκρανία χωρίς να περιμένει πάντα την Αμερική, αφορά άμεσα την Ελλάδα. Όχι μόνο λόγω Ρωσίας, αλλά και λόγω Ανατολικής Μεσογείου και Τουρκίας. Η ελληνική αποτροπή δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από το ποιος κυβερνά στην Ουάσιγκτον.
Δεύτερον, στην ενέργεια. Η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι πια απλώς οικολογική πολιτική. Είναι ασφάλεια. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με μεγάλες δυνατότητες σε ΑΠΕ, κρίσιμο ρόλο στο LNG και ισχυρή ναυτιλία, η απεξάρτηση της Ευρώπης από ασταθείς αγορές υδρογονανθράκων είναι ευκαιρία στρατηγικής αναβάθμισης.
Τρίτον, στη θάλασσα. Όταν η Ευρώπη μιλά για προστασία εμπορικών δρόμων, Στενά του Ορμούζ και ασφάλεια ναυσιπλοΐας, μιλά για πεδίο όπου η Ελλάδα έχει πραγματικό βάρος. Η ελληνική ναυτιλία δεν είναι απλώς οικονομικό μέγεθος. Είναι γεωπολιτικό χαρτί.
Το βέβαιο είναι ότι η δεύτερη προεδρία Τραμπ επιταχύνει μια συζήτηση που η Ευρώπη ανέβαλλε για χρόνια: πόση εξάρτηση μπορεί να αντέξει και πόση αυτονομία είναι διατεθειμένη να οικοδομήσει. Για την Ελλάδα, το ερώτημα δεν τίθεται με όρους ρήξης με τις ΗΠΑ, αλλά με όρους προσαρμογής σε έναν κόσμο λιγότερο σταθερό και λιγότερο προβλέψιμο. Σε αυτό το περιβάλλον, η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία δεν είναι έτοιμη απάντηση. Είναι όμως ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η Αθήνα θα χρειαστεί να σκεφτεί πιο καθαρά τη θέση, τις προτεραιότητες και τα περιθώρια κινήσεών της.






Ανδρέας Μπελεγρής





