Το έχει πει και το έχει παραδεχτεί πολλές φορές στην καριέρα του: «Είμαι ψώνιο με αυτό που κάνω». Η δήλωσή του αυτή δεν έχει καμία σχέση με την έννοια που αποδίδουμε σήμερα στη λέξη, όταν μιλάμε για καλλιτέχνες που καβάλησαν το καλάμι ή που συμπεριφέρονται εγωκεντρικά πριν ακόμη γνωρίσουν τις πρώτες τους επιτυχίες. Αυτό που εννοούσε και εξακολουθεί να εννοεί ο Πάριος προέρχεται από μια άλλη γενιά τραγουδιστών. Μια γενιά που τραγουδούσε για να υπηρετήσει το τραγούδι και όχι τo τραγούδι αυτούς.
Του Θεολόγου Ηλιού
Η γενιά αυτή (Πάριος, Βαρδής, Αλεξίου, Νταλάρας, Γαλάνη) συναγωνιζόταν μουσικά και όχι εμπορικά. Ήθελαν να γράψουν συνεχώς καλύτερη μουσική, να ερμηνεύσουν στίχους με ουσία, να φέρουν νέα ακούσματα και, τελικά, να εξελίξουν την ελληνική δισκογραφία. Σήμερα, δυστυχώς, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Οι περισσότεροι τραγουδιστές ενδιαφέρονται περισσότερο για την προσωπική ηθική ικανοποίηση τους που προέρχεται από views, likes και εισιτήρια.
Αλλά ας γυρίσουμε στον «θρύλο» του έρωτα. Τα λόγια του Γιάννη Πάριου σε πρόσφατη συνέντευξή του δίνουν, ίσως, την πιο απλή απάντηση σε όλους εκείνους που τις τελευταίες ημέρες τον αποδοκιμάζουν στα social media. «Δεν πάω μόνο για εκείνους, πάω και για μένα. Και μπορώ να σου πω ότι δεν έχω ανάγκη τα λεφτά. Αλλά μ’ αρέσει. Θέλω να πάω να καταθέσω την ψυχή μου, να κουραστώ για αυτούς. Θέλω να τους δω να χαμογελάνε, να μπω μέσα και να είμαι κουρασμένος, χάλια στην κούραση μετά το ρεσιτάλ. Είναι αυτό που με συντηρεί ψυχικά και με διατηρεί ως άνθρωπο».
Ποιος θα αποφασίσει, λοιπόν, για τη ζωή του και πότε θα κοπεί το νήμα της, από τη στιγμή που ο ίδιος λέει ξεκάθαρα ότι ζει μέσα από το τραγούδι;
Προφανώς, κανείς δεν μπορεί να αποφασίσει για τον Γιάννη Πάριο και τη ζωή του. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να στερήσει τη μεγαλύτερη απόλαυση ενός ανθρώπου που τον αναζωογονεί και τον διατηρεί ψυχικά ζωντανό.
Και πολύ περισσότερο όταν μιλάμε για τον μεγαλύτερο Έλληνα ερμηνευτή που γνώρισε αυτή η χώρα. Καμία άλλη φωνή δεν θα μπορέσει να ερμηνεύσει τις λέξεις «έρωτας», «αγάπη», «σε θέλω», «σ’ αγαπώ» όπως η δικιά του. Είναι από τους λίγους τραγουδιστές που την ώρα της ερμηνείας του ο,τι κι αν σκεφτόταν μπορούσε να το κάνει. Δίνει κομμάτι από την ζωή του σε κάθε λέξη που ερμηνεύει αλλά έδωσε και όσα έγραψε ως στιχουργός και συνθέτης.
Δυστυχώς, οι εποχές κάνουν τους ανθρώπους να ξεχνούν εύκολα και να εκμηδενίζουν τα πάντα στο λεπτό.
Ψάχνοντας ψεγάδια στη σκιά ενός ζωντανού θρύλου, εκφράζουν τη γνώμη τους και προτρέπουν σε αποφάσεις που αφορούν τον ίδιο. Ξεχνούν, όμως, να κοιτάξουν αυτό που συμβαίνει κάθε φορά που ο Πάριος ανεβαίνει στη σκηνή.
Τα θέατρα και τα στάδια είναι γεμάτα ακόμη, σε κάθε εμφάνισή του. Μια φράση του, ένα γύρισμά του, ένας λυγμός του αρκεί για να χαθούμε ξανά στον «ουρανό» του και να δέσουμε στο «λιμανάκι» της ερμηνείας του. Ναι, υπάρχει φθορά στο πέρασμα του χρόνου. Αλλά μην ξεχνάμε ότι Πάριος δεν προστατεύεσαι την φωνή του, όπως άλλοι μεγάλοι τραγουδιστές που τραγουδούσαν επιλεκτικά καθ’ ολη την πορεία τους. Για δεκαετίες δεν σταμάτησε καμία σεζόν να εμφανίζεται χειμώνα καλοκαίρι και να χαρίζει το θείο δώρο που έχει για ώρες στο κοινό του, μέχρι τελικής πτώσης.
Για τους πιστούς του ακόλουθους, όταν πηγαίνουν σε συναυλία του είναι σαν να επισκέπτονται έναν Ναό. Αρκεί να τον δουν πάνω στη σκηνή. Να πει ένα «καλησπέρα». Να ακούσουν ακόμη και την ανάσα του από τα ηχεία. Μπορεί να γνωρίζουν το πρόγραμμα της συναυλίας του σαν ιεροτελεστία, πάντα όμως ξαφνιάζονται με ένα τραγούδι που θα πει εκτός προγράμματος και ο ενθουσιασμός τους είναι ο ίδιος όταν η συναυλία κλείνει με τα νησιώτικα και οι θεατές κατεβαίνουν από τις κερκίδες για να χορέψουν χέρι-χέρι.
Εκεί, ίσως, βρίσκεται και η απάντηση.
Δεν χρειάζεται κανείς να αποφασίσει πότε θα σταματήσει ο Γιάννης Πάριος.
Αυτό θα το αποφασίσει ο ίδιος.
Γιατί, όσο υπάρχει ένας άνθρωπος που θέλει να ανέβει στη σκηνή, να τραγουδήσει, να καταθέσει την ψυχή του και να δει το κοινό να χαμογελά, το τραγούδι δεν είναι δουλειά.
Είναι ζωή.
Σε καμία περίπτωση σε αυτές τις γραμμές δεν γίνεται προσπάθεια να αποτυπωθεί το μεγαλείο του Γιάννη Πάριου, γιατί αυτό είναι ακατόρθωτο. Απλά, να θυμόμαστε, είμαστε τυχεροί που μπορούμε ακόμη να πηγαίνουμε να ακούμε τον Γιάννη Πάριο…






Newsroom



