Εταιρείες που πόνταραν σε “exclusive” προϊόντα για λίγους, να προσπαθούν να κάνουν ακόμα μαζικότερη την ήδη μαζική παραγωγή τους; Αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Κίνα, τη μεγαλύτερη αγορά ειδών πολυτελείας, μοιάζει με κοσμογονία. Και καταδεικνύει ότι έχουμε μπει σε μια εποχή που όλα θα αλλάξουν σε αυτό τον τομέα, όχι επειδή “επιβραδύνει η αγορά των πολυτελών ειδών”. Η “υπερκαταιγίδα” που βλέπουν οι αναλυτές στην αγορά του luxury λόγω της επιβράδυνσης της Κίνας, έχει εντελώς διαφορετική ανάγνωση από αυτή που θα φανταζόταν κανείς.
Καθώς η οικονομική και κοινωνική συγκυρία αλλάζει, μαζί της μεταβάλλεται και ο ρόλος που παίζει η Κίνα στην παγκόσμια σκηνή του luxury — με ερωτήματα πλέον όχι μόνο για το εάν θα επιστρέψει εκεί που ήταν αλλά για το αν το “παλιό” μοντέλο βελτίωσης μπορεί να επαναληφθεί κάτω από νέα δεδομένα. Οι μεγαλύτεροι οίκοι πολυτελών προϊόντων, από ρούχα και κοσμήματα μέχρι ρολόγια και αυτοκίνητα, πόνταραν τα πάντα στην αχανή κινεζική αγορά, η οποία όμως τώρα αλλάζει.
Οι Κινέζοι millionaires και billionaires προτιμούν ολοένα και περισσότερο εγχώρια brands, τα οποία προσφέρουν τα ίδια ή καλύτερα προϊόντα με τους Ευρωπαίους και Αμερικανούς ανταγωνιστές τους, αλλά σε πολύ καλύτερες τιμές. Ξαφνικά, οι παραδοσιακοί players της luxury αγοράς, φαίνονται να μη μπορούν να δικαιολογήσουν τις τιμές που έχουν στα προϊόντα τους. Και κάπως έτσι, αρχίζουν τις εκπτώσεις και τις προσφορές. Είναι η δεύτερη “υποχώρηση”, από εταιρείες οι οποίες μέχρι πρότινος είχαν… τουπέ και face control στην πελατεία τους, αλλά και περιορισμένη παραγωγή που ευνοούσε το exclusivity. Θα επιβιώσουν με τις υποχωρήσεις αυτές, ή θα επιστρέψουμε στις εποχές που η Κίνα, ως αποκλειστικός παραγωγός του μεταξιού και της ποιοτικής πορσελάνης, αποτελούσε το μεγάλο αφεντικό της παγκόσμιας αγοράς πολυτελών ειδών;
Μισό δισεκατομμύριο billionaires κάνουν… κουμάντο
Ας δούμε πρώτα τη γενική εικόνα: Η Bain βλέπει συρρίκνωση της αγοράς των προσωπικών ειδών πολυτελείας 2% και 5% για το 2025, μετά από πτώση 1% το 2024, ενώ η έκθεση «Best Global Brands 2025» της Interbrand αποκαλύπτει την παρακμή ορισμένων από τις κορυφαίες μάρκες πολυτελείας στον κόσμο.
Παρά το γεγονός ότι το περασμένο έτος καταγράφηκε αύξηση των αξιών για 100 κορυφαία εμπορικά σήματα συνολικά κατά 4,4%, οι συνδυασμένες αξίες των 13 προσωπικών εμπορικών σημάτων πολυτελείας στην ομάδα luxurious brands μειώθηκαν κατά 5%, από 263,3 δισεκατομμύρια δολάρια σε 249,6 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025. Μόλις πριν από δύο χρόνια, το 2023, η πολυτέλεια ήταν ένας από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους τομείς κατά την Interbrand, με αύξηση 6%. Το 2025, κατατάχθηκε μεταξύ των πιο αδύναμων.
Κατά τη γερμανική επενδυτική εταιρεία Berenberg, τα παραπάνω σηματοδοτούν ότι «ο υπερκύκλος της πολυτέλειας έχει τελειώσει», καθώς «το 2025 θα είναι η τρίτη φορά σε τρεις δεκαετίες που τα παγκόσμια έσοδα από την πολυτέλεια θα μειωθούν για δύο συνεχόμενα έτη – οι προηγούμενες περιπτώσεις ήταν κατά τη διάρκεια της κατάρρευσης των dot-com και της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης».
Βλέποντας μια «τέλεια καταιγίδα» να σχηματίζεται στην αγορά πολυτελών προϊόντων, λόγω της μείωσης των καταναλωτικών δαπανών στην Κίνα, της υποχώρησης των φιλόδοξων καταναλωτών και της αποτυχίας των πολυτελών εμπορικών σημάτων να προσελκύσουν την επόμενη γενιά πελατών, η Berenberg ανέφερε ότι ο κλάδος αντιμετωπίζει ένα «δομικό πρόβλημα ζήτησης» που δεν θα επιλυθεί γρήγορα.
Ποιο είναι αυτό το δομικό πρόβλημα; Η αγορά αυτή καθεαυτή, η οποία ανασχηματίστηκε μεταξύ του 2010 και του 2020 λόγω της “γέννησης” νέων υπερπλουσίων από τη δημιουργία του οικοσυστήματος των κρυπτονομισμάτων, αλλά και του “luxury boom” της Κίνας, η προσχώρηση της οποίας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (το 2001) επιτάχυνε την ένταξή της στην παγκόσμια οικονομία . Κατά τους εμπειρότερους αναλυτές, αυτή ή έκρηξη ζήτησης και κατανάλωσης πολυτελών και υπερπολυτελών ειδών από τη χώρα του κόκκινου δράκου ήταν η πιο… μεταμορφωτική εξέλιξη του κλάδου από τότε που η LVMH ουσιαστικά εφηύρε το σύγχρονο playbook της αγοράς πολυτελείας, στα τέλη της δεκαετίας του 1980.
Μόνο μεταξύ 2016 και 2019, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης (CAGR) των προσωπικών ειδών πολυτελείας στην ηπειρωτική Κίνα έφτασε το 48%, καθώς η χώρα διπλασίασε το μερίδιό της στην παγκόσμια αγορά. Αυτό οδήγησε στο να έχουν (τουλάχιστον) τριπλασιαστεί οι τιμές των ειδών πολυτελείας που αγοράζει κανείς σήμερα, σε σχέση με το 2010. Για παράδειγμα, η κλασική τσάντα Chanel 255 (classic flap) το 2009 στο Παρίσι κόστιζε 1800 ευρώ, ενώ σήμερα πωλείται έναντι 11.300 ευρώ. Αντίστοιχα, το “κλασικό πουγκί” της Louis Vuitton, το μοντέλο Petit Noe, το 2006 κόστιζε 480 ευρώ, ενώ σήμερα το αντίστοιχο (ανανεωμένο) μοντέλο δεν αγοράζεται με λιγότερα από 1700 ευρώ.
Πελάτες… υπάρχουν, κατά την παράφραση μιας ελληνικής ιστορικής φράσης, για τις εταιρείες που παράγουν είδη υπερπολυτελείας. Κι αυτό γιατί σήμερα στην Κίνα, μια ανώτερη οικονομική τάξη πολύ πλούσιων ατόμων και οικογενειών (πολυεκατομμυριούχοι και δισεκατομμυριούχοι) αντιπροσωπεύει το 7-8% του πληθυσμού, που αντιστοιχεί σε περίπου 125 εκατομμύρια άτομα. Η μέχρι πρότινος φιλόδοξη μεσαία τάξη της Κίνας περιλαμβάνει περίπου 400 εκατομμύρια καταναλωτές. Αυτές οι αναλογίες είναι περίπου παρόμοιες με αυτές του ΟΟΣΑ, αλλά οι απόλυτοι αριθμοί είναι μοναδικοί, αν και σε κάθε περίπτωση μιλάμε για περίπου μισό δισεκατομμύριο ανθρώπους οι οποίοι μπορούν να αγοράσουν είδη πολυτελείας και υπερπολυτελείας και η κατανάλωση των οποίων μπορεί να ορίσει την πορεία της αγοράς.
Κάπως έτσι φτάσαμε στις “secretary bags”. Τον “υποτιμητικό” (!) χαρακτηρισμό για μια κατηγορία ακριβών τσαντών τις οποίες μπορούσε να αποκτήσει ένα άτομο της μεσαίας τάξης που εργαζόταν πχ ως γραμματέας. Αυτή η “λαιμαργία” της μεσαίας τάξης της Κίνας να καταναλώσει ευρωπαϊκά και αμερικανικά είδη πολυτελείας, σε συνδυασμό με το “άνοιγμα” των Κινέζων super rich στην αγορά αυτή, οδήγησε σε κοσμογονία τον κλάδο.
Έτσι, τα luxury brands προχώρησαν σε μαζικές και τεράστιες επενδύσεις στο νεοανοιγόμενο προορισμό που έμοιαζε με τον Κήπο της Εδέμ γι’ αυτά. Οι μεγαλύτερες μάρκες πολυτελείας άνοιξαν δίκτυα με 50 έως 70 καταστήματα η καθεμία, όχι μόνο σε πόλεις πρώτης κατηγορίας, αλλά και πέρα από αυτές, καταλαμβάνοντας τα πιο αριστοκρατικά εμπορικά κέντρα σε μια συγκέντρωση που ήταν σπάνια ακόμη και στην Αμερική. Κατά κάποιο τρόπο “αναγκάστηκαν” να κάνουν αυτές τις επενδύσεις, καθώς οι Κινέζοι δεν εμπιστεύονταν ιδιαίτερα τα διαδικτυακά κανάλια -και με το δίκιο τους, λόγω της υψηλής συχνότητας των απομιμήσεων.
Οι μάρκες άρχισαν επίσης να διοργανώνουν εκθέσεις και εκδηλώσεις για να ενημερώνουν τους Κινέζους καταναλωτές για τα προϊόντα τους. Ένα αξιομνημόνευτο παράδειγμα ήταν η έκθεση Chaumet στην Απαγορευμένη Πόλη, όπου η μάρκα γιόρτασε τις ρίζες της στα χρόνια του Ναπολέοντα. Έπειτα, ορισμένες μάρκες πολυτελείας επένδυσαν σε νέες τοπικές μάρκες, αναβιώνοντας έτσι τις προγονικές παραδόσεις της Κίνας. Για παράδειγμα, η Hermès και αργότερα η Exor, η εταιρεία χαρτοφυλακίου της οικογένειας Agnelli που ελέγχει επίσης τη Ferrari, επένδυσαν στη Shang Xia.
Έπειτα, οι μάρκες πολυτελείας μεταμόρφωσαν την κινεζική αγορά μέσω των εσωτερικών άμεσων ξένων επενδύσεών τους. Στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, ενώ η Lamborghini και η Ferrari δεν άρχισαν ποτέ να παράγουν στην Κίνα, η Mercedes και η BMW το έκαναν, μεταφέροντας έτσι κρίσιμες τεχνολογίες που βοήθησαν την τοπική αλυσίδα εφοδιασμού να αναβαθμιστεί με την πάροδο των ετών και να κάνει ένα άλμα προς τα εμπρός, βγαίνοντας, για παράδειγμα, μπροστά στον τομέα των ηλεκτρικών οχημάτων.
Εδώ, η Ευρωπαϊκή Ένωση έμοιαζε να… σαμποτάρει την βιομηχανία της, με σειρά άστοχων και βιαστικών αποφάσεων, όπως η άτσαλη υποχρεωτική μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση, ευνοώντας την κινεζική βιομηχανία η οποία θα χρειαζόταν έναν αιώνα, αν όχι αρκετές δεκαετίες για να πλησιάσει την ευρωπαϊκή υπεροχή στους κινητήρες εσωτερικής καύσης, σε αντίθεση με την εξέλιξη μπαταριών όπου προηγείται. Στον τομέα της μόδας, όπου εταιρείες όπως η Zegna και η Armani άρχισαν να κατασκευάζουν πλεκτά ρούχα από κασμίρ, οι μάρκες πολυτελείας συνέβαλαν στην ταχεία εκβιομηχάνιση της χώρας.
Έτσι, θεωρήθηκε αυτονόητο το να μεταλλαχθούν και οι ίδιες οι μάρκες πολυτελείας, αλλάζοντας τα προϊόντα τους, αλληθωρίζοντας προς την ασιατική αγορά και τελικά, μεταλλάσσοντας το DNA τους με βάση την κινεζική κουλτούρα και αυτό που ζήταγε (ή νόμιζαν ότι ζητά) η κινεζική αγορά.
Ξεχάστε λοιπόν τις παραδόσεις, την αποκλειστικότητα, την αυθεντική, μοναδική ταυτότητα.
Στη δεκαετία από το 2010 ως το 2020, όλα τα πολυτελή προϊόντα και τα σχέδια των συλλογών είχαν… κινεζοποιηθεί. Οι περισσότεροι ωρολογοποιοί πολυτελείας άρχισαν λανσάρουν συλλογές κάψουλες που άλλαζαν κάθε χρόνο με την έλευση του σεληνιακού νέου έτους. Στον τομέα της μόδας και των αξεσουάρ, τα λογότυπα έγιναν μεγαλύτερα και όλο και πιο διαδεδομένα, καθώς η επίδειξη κοινωνικού κύρους έγινε βασικός παράγοντας της ζήτησης.
Τα σχέδια προϊόντων για την Κίνα έγιναν ο κανόνας στα αυτοκίνητα υψηλής κατηγορίας. Η Mercedes λάνσαρε εκδόσεις με μακρύ μεταξόνιο για διάφορα μοντέλα στην Κίνα και για την Κίνα, και εισήγαγε νέα χαρακτηριστικά που αναπτύχθηκαν σε συνεργασία με τοπικούς εταίρους. Οι περισσότερες αυτοκινητοβιομηχανίες άλλαξαν τη σχεδίαση των μοντέλων τους, υιοθετώντας πολύ μεγάλες μάσκες, με τεράστια σήματα, συχνά φωτιζόμενα, ώστε να φαίνεται παντού και σε όλες τις συνθήκες τι οδηγεί κανείς. Όλοι άρχισαν να παράγουν είτε στην Κίνα, είτε για την Κίνα, προσπαθώντας να δημιουργήσουν ανάγκη στην τεράστια μεσαία τάξη να καταναλώσουν προϊόντα πολυτελείας, είτε να πείσουν την γιγαντιαία τάξη των πλουσίων και υπερπλουσίων της αχανούς χώρας να καταναλώσουν περισσότερο τα προϊόντα τους.
Από το “exclusive” στις… εκπτώσεις
Greed. Είναι η αγγλική λέξη για την απληστία, τη λαιμαργία που κατέλαβε τα πολυτελή brands. Και, καθώς η λαιμαργία είναι θανάσιμο αμάρτημα που τιμωρείται, το ελ Ντοράντο στο οποίο επένδυσαν, φαίνεται να χάνεται. Η μεσαία τάξη της Κίνας εμφανίζεται όλο και πιο διστακτική να καταναλώσει προϊόντα πολυτελείας, έχοντας αβεβαιότητα για το μέλλον. Βάσει των στοιχείων της Bain, το 2024 οι κινεζικές αγορές πολυτελείας επέστρεψαν στα επίπεδα του 2020, πέφτοντας κατά 24%,ενώ αντίθετα στον υπόλοιπο κόσμο, οι αγορές προσωπικών αγαθών πολυτελείας, αυξήθηκαν κατά 20% το χρόνο.
Γεγονός λογικό, αφού μετά τα lockdown του κορωνοϊου, οδήγησαν ως το 2023 στην κατάρρευση της αγοράς real estate της Κίνας, πλήττοντας ιδιαίτερα τις περιουσίες της μεσαίας τάξης που έχασαν 20% της αξίας τους, την ώρα που η ανεργία στους νέους ξεπέρασε το 16,5% σε ένα περιβάλλον γενικότερης οικονομικής αβεβαιότητας.
Και οι πλούσιοι και υπερπλούσιοι, στρέφονται σε τοπικά brands τα οποία έχουν πάρει και αναπτύξει την τεχνογνωσία από τα δυτικά και προσφέρουν τα δικά τους προϊόντα με ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Χαμηλότερες τιμές λόγω των χαμηλότερων εργατικών, υψηλότερη ποιότητα λόγω της διαρκούς εξέλιξης του R&D τους και πρόσβασης στις πρώτες ύλες που χρησιμοποιούν (εισάγοντάς τις από την Κίνα) οι Ευρωπαίοι, αλλά και καλύτερη κατανόηση της τοπικής αγοράς που δεν θέλει και πολύ να στραφεί σε ένα τοπικό προϊόν.
Βέβαια, μια άλλη λεπτομέρεια είναι ότι το σφίξιμο του οικονομικού ελέγχου στους οικονομικά ισχυρούς από το κινεζικό κομμουνιστικό κόμμα, οδήγησε σε ένα μεγάλο μεταναστευτικό κύμα. Εκατομμυριούχοι και δισεκατομμυριούχοι με τις οικογένειές τους, εγκατέλειψαν την Κίνα και μετανάστευσαν είτε στη Σιγκαπούρη, είτε στην Ευρώπη -σε χώρες που έδιναν χρυσή βίζα- ξεκινώντας μια νέα ζωή με μεγαλύτερη οικονομική ανεξαρτησία. Έτσι, η πελατεία των δεκάδων καταστημάτων και υποκαταστημάτων των brands πολυτελείας στην Κίνα λιγόστεψε και, κάπως έτσι, χρειάστηκε να μειωθούν αυτά που δεν βρίσκονταν στις σημαντικότερες πόλεις.
Παράλληλα, στην Κίνα άνοιγαν και αναπτύσσονταν πολυτελή εμπορικά σήματα που γίνονταν ή έμελλαν να γίνουν κυρίαρχοι στον χώρο. Στα κοσμήματα, κάποιοι αποκαλούν τη Laopu την “Cartier της Κίνας”. Συνδυάζοντας την παραδοσιακή κινεζική χειροτεχνία και τη σύγχρονη μοντέρνα αισθητική, με υψηλή ευελιξία και λειτουργικότητα των προϊόντων, η μάρκα εξακολουθεί να πουλάει χρυσό με το βάρος, όπως έχουν κάνει κυρίως η Chow Tai Fook και άλλες εταιρείες, αλλά με πολύ υψηλότερη προμήθεια που περιγράφεται ως «τέλος επεξεργασίας».
Σύμφωνα μεΣτον τομέα των εκλεκτών οινοπνευματωδών ποτών, η φήμη της Kweichow Moutai είναι αδιαμφισβήτητη. έκθεση, αναμένεται να ξεπεράσει τις πωλήσεις κοσμημάτων της Richemont στην Κίνα το 2025.Η Qeelin, που ανήκει στην Kering, δραστηριοποιείται στον χώρο των πολυτελών κοσμημάτων, αλλά στοχεύει κυρίως στους υπερπλούσιους Κινέζους και τη διασπορά, ακολουθώντας αυστηρά καθορισμένους κώδικες κινεζικής αισθητικής. Στην αρωματοποιία, η Take Documents, συνδεδεμένη με την κινεζική κουλτούρα, έχει στραφεί προς μια πιο μαζική τοποθέτηση με τιμές που τοποθετούνται στα 100-150 δολάρια.
Στον τομέα των αυτοκινήτων, είναι κοινό μυστικό ότι τα σχεδιαστικά τμήματα των μεγαλύτερων αυτοκινητοβιομηχανιών της Ευρώπης και τα πιο φημισμένα ονόματα (ανάμεσά τους δεκάδες Έλληνες) “μετακόμισαν” στην Κίνα, δουλεύοντας για κινεζικές μάρκες που έχουν πλέον “ευρωπαϊκό” παρουσιαστικό και ανταγωνίζονται εμφανισιακά τις μάρκες της Γηραιάς Ηπείρου. Παράδειγμα είναι η νεόκοπη (ιδρυθείσα το 2015) εταιρεία premium Evs, Li Auto, τα μοντέλα της οποίας, με μέση τιμή 50.000 δολαρίων, προσφέρουν λύσεις στις ανασρτήσεις και στον εξοπλισμό που παραπέμπουν σε Maybach. Καθίσματα με δέρμα Napa και μασάζ, ψυγεία, περιστρεφόμενες οθόνες που μετατρέπονται σε home cinema, μέχρι και ΑΙ που διαβάζει τα παιδιά για το σχολείο στα πίσω καθίσματα. Στην Κίνα, προτεραιότητα έχει η στενή σχέση με τον πελάτη και μετά η προώθηση του προϊόντος, κάτι που είναι το αντίθετο της παραδοσιακής προσέγγισης της πολυτέλειας.
Κάπως έτσι, οι κολοσσοί του luxury βλέπουν ότι το μοντέλο που δημιούργησαν και το οποίο βασίζεται στην αδιάκοπη, πανταχού παρούσα, 24ωρη λειτουργία με μεγάλους όγκους και μηχανισμούς μάρκετινγκ – έχει φτάσει στα όριά του. Πλέον βλέπουμε να αναγκάζονται να περικόπτουν καταστήματα και να επιδίδονται σε έναν μεταξύ τους και όχι μόνο τιμολογιακό πόλεμο. Να κάνουν το αδιανόητο, εκπτώσεις και προσφορές στα προϊόντα τους.
Η κατάσταση μοιάζει με κόκκινο συναγερμό. Έξι από τις 13 μάρκες που κατατάσσονται στις 100 κορυφαίες παγκόσμιες μάρκες της Interbrand είδαν την αξία τους να μειώνεται το 2025. Το 2024, μόνο τρεις από τις κορυφαίες μάρκες παρουσίασαν μείωση της αξίας τους – η Nike, η Adidas και η Gucci – αν και η Burberry έπεσε από τη λίστα και αντικαταστάθηκε από τη μάρκα κοσμημάτων Pandora. Το περασμένο έτος, η Nike και η Gucci συνέχισαν να πέφτουν, ενώ η Louis Vuitton, η Chanel, η Dior και η L’Oréal Paris προστέθηκαν στην ομάδα με πτωτική τάση. Ωστόσο, η Adidas ανέτρεψε την πτωτική της πορεία και η Hermès ηγήθηκε της κατάταξης με αύξηση της αξίας της κατά 18%. Θα τα καταφέρουν τα πολυτελή brands;
Σε σφυγμομέτρηση- έρευνα της Deloitte, τα στελέχη του κλάδου των πολυτελών προϊόντων αναμένουν ότι το 2026 θα είναι μια χρονιά όπου η αξία θα υπερτερεί του όγκου, με το 66,9% των στελεχών που συμμετείχαν στην έρευνα να προβλέπουν σταθερά ή αυξανόμενα έσοδα και το 70,7% να αναμένει τη διατήρηση ή τη βελτίωση των περιθωρίων κέρδους. Οι εταιρείες δίνουν προτεραιότητα στην τιμολογιακή ισχύ, την επιχειρησιακή πειθαρχία και την ελκυστικότητα της μάρκας, ενώ παράλληλα βελτιστοποιούν την παρουσία των καταστημάτων τους και αναβαθμίζουν τα θεαματικά, καταστήματα-ναυαρχίδες τους. Η εμπειρία και η αφοσίωση των πελατών αναδεικνύονται ως οι ισχυρότερες ευκαιρίες ανάπτυξης (αναφέρονται από το 28,6% των στελεχών), καθώς οι μάρκες εντείνουν τις προσπάθειές τους γύρω από την εξυπηρέτηση πελατών με βάση τα δεδομένα, τις επιμελημένες εμπειρίες και τη βαθύτερη συναισθηματική σύνδεση.
Γεωγραφικά, η Κίνα (19,3%), η Ιαπωνία (19,0%), η Μέση Ανατολή (17,9%) και η Ινδία (11,9%) ξεχωρίζουν ως οι πιο σημαντικοί μοχλοί ανάπτυξης για το 2026. Η πορεία τους διαμορφώνεται από παράγοντες όπως η ανθεκτική εγχώρια ζήτηση, οι τουριστικές ροές, οι επενδύσεις στον τομέα του λιανικού εμπορίου πολυτελών προϊόντων και η ταχεία επέκταση της βάσης των εύπορων καταναλωτών. Τα ταξίδια και η φιλοξενία ξεπερνούν επίσης όλες τις άλλες κατηγορίες, με το 36,2% των στελεχών να αναγνωρίζουν τα ταξίδια πολυτελείας ως τον τομέα με το υψηλότερο δυναμικό ανάπτυξης.
Κοιτώντας μπροστά, η Deloitte βλέπει ότι τα επόμενα πέντε χρόνια αναμένεται να επαναπροσδιορίσουν την πολυτέλεια μέσω της σύγκλισης τεχνολογίας και χειροτεχνίας, της επέκτασης του τρόπου ζωής και της δημιουργίας αξίας με βάση τις σχέσεις.





Newsroom


