Από την ώρα που τέθηκε σε ισχύ ο αποκλεισμός εισόδου και εξόδου στα βασικά λιμάνια του Ιράν από τον Ντόναλντ Τραμπ, αντέστρεψε τους όρους που είχε ως τώρα θέσει η Τεχεράνη. «Φαίνεται τέλειο, αλλά στην πραγματικότητα είναι επικίνδυνο τζογάρισμα», λένε αναλυτές.
Το ζητούμενο για τον Τραμπ δεν είναι μόνο ο οικονομικός απαγχονισμός. Παρά το γεγονός ότι θα προκαλέσει βέβαιο πόνο στην Τεχεράνη, σταματώντας εν μία νυκτί τις βασικές εξαγωγές της (το πετρέλαιο αποτελεί το 50% των εξαγώγιμων προϊόντων του Ιράν και χρηματοδοτεί σε τεράστιο βαθμό τις ανάγκες του καθεστώτος, τους εξοπλισμούς, αλλά και τον κρατικό προϋπολογισμό), ενδεχομένως να προσβλέπει περισσότερο στην πίεση που θα προκαλέσει στην κινεζική οικονομία η στέρηση του ιρανικού πετρελαίου. Και να προσδοκά -καθώς η κινεζική οικονομία εξαρτά την ανάπτυξή της από το ιρανικό πετρέλαιο εν πολλοίς- την αντίδραση του Πεκίνου και την άσκηση επιρροής (για να το θέσουμε ευγενικά) προς την Τεχεράνη να κάνει υποχωρήσεις και να συμφωνήσει με την Ουάσινγκτον.
Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή της κατάστασης αυτής από τον Βανς ως «επιπλέον οικονομική μόχλευση» από τις ΗΠΑ ως απάντηση «στην οικονομική τρομοκρατία που προσπαθούν να εμπλακούν οι Ιρανοί, στην οποία όπως ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών έδειξε, μπορούμε κι εμείς να παίξουμε αυτό το παιχνίδι».
Με μόλις 9 μέρες να έχουν απομείνει στην -ούτως ή άλλως εύθραυστη- εκεχειρία, ο Τραμπ πιστεύει ότι πολύ σύντομα θα έρθει μια διπλωματική παρέμβαση από την πλευρά του Σι Τζινπίνγκ προς τον βασικό εμπορικό εταίρο της Κίνας, το Ιράν. Καθώς η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη εισάγει περίπου το ένα τρίτο του πετρελαίου για την κάλυψη των εσωτερικών της αναγκών από την Τεχεράνη ακόμα και σήμερα, εν μέσω πολέμου και αποκλεισμού των στενών του Ορμούζ, ο αποκλεισμός από αυτό το πετρέλαιο θα αποτελέσει ένα ξαφνικό σοκ για την κινεζική οικονομία, πρωτίστως και θα της προκαλέσει μια μίνι ενεργειακή κρίση -υπό την έννοια ότι θα αναγκαστεί να κάνει switch στους προμηθευτές της για να διατηρήσει σταθερή τη ροή του πετρελαίου.
Η λογική του Τραμπ είναι ότι η πίεση που θα προκληθεί από αυτή την κατάσταση στην Κίνα, θα σημάνει την άσκηση πίεσης από την Κίνα στο Ιράν και η επιστράτευση όλης της πειθούς και της «γοητείας» που διαθέτει το Πεκίνο ώστε να αναγκάσει την Τεχεράνη να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, έτοιμη ώστε να δεχτεί τους βασικούς όρους των ΗΠΑ. Και κυρίως να δεσμευθεί ότι θα παραιτηθεί οποιασδήποτε προσπάθειας και οποιονδήποτε βλέψεων να αποκτήσει στο σύντομο ή μακρινό μέλλον πυρηνικά όπλα.
Το backfire στον Τραμπ
Υπάρχει βέβαια και το «backfire», η ανάποδη εκπυρσοκρότηση του όπλου που ο Τραμπ προτείνει προς την Τεχεράνη. Γιατί το μπλόκο στα Στενά και τα λιμάνια του Ιράν προκαλεί ένα τεράστιο παράγοντα κινδύνου για τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, που θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως δάκτυλος της πρώτης μεγαλύτερης με στόχο να μην αναπτυχθεί περαιτέρω.
Αναγκαστικά, θα μπορούσε να οδηγήσει λοιπόν σε ένταση μεταξύ Πεκίνου και Ουάσινγκτον και να επιφέρει αντίμετρα από τους Κινέζους, όπως έχουμε δει στον εμπορικό πόλεμο με τους δασμούς αλλά και τον αποκλεισμό της εξαγωγής τεχνολογίας (υπό τη μορφή των μικροτσίπ) που οδήγησε σε αποκλεισμό της εξαγωγής σπανίων γαιών από την Κίνα.
Καθώς η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο με διαφορά αγοραστή του πετρελαίου του Ιράν και συνέχισε να παραλαμβάνει φορτία μέσα από τα Στενά μετά την έναρξη του πολέμου, αυτός ο αποκλεισμός θα κακοφανεί πολύ στο Πεκίνο, λένε αναλυτές.
Μια γενική απαγόρευση για τα δεξαμενόπλοια που μεταφέρουν ιρανικό αργό απειλεί να διακόψει τον εφοδιασμό αυτό, με κίνδυνο να αναζωπυρώσει τις εντάσεις των ΗΠΑ με το Πεκίνο εν όψει της προγραμματισμένης επίσκεψης του Τραμπ στην Κίνα τον επόμενο μήνα. «Αμφιβάλλω αν ο Τραμπ είναι έτοιμος για μια τέτοια κλιμάκωση», προβλέπουν αναλυτές, προσθέτοντας ότι «δεν θα ήταν έκπληξη» αν ο Τραμπ υπαναχωρήσει από τις προηγούμενες απειλές του.
Όμως δεν είναι μόνο το Πεκίνο, αλλά και οι σύμμαχοι της Ουάσινγκτον από τους οποίους θα μπορούσε να προέλθει το… backfire. Δείτε για παράδειγμα, ότι ο πρώτος που αντέδρασε στο μπλόκο των Στενών του Ορμούζ από τις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι η Σαουδική Αραβία. Το βασίλειο πιέζει, όπως μεταδίδει η Wall Street Journal, την Ουάσινγκτον να άρει τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ και να επιστρέψει στο διαπραγματευτικό τραπέζι, φοβούμενο μάλιστα ότι η κίνηση αυτή του προέδρου Τραμπ θα έχει τα αντίθετα αποτελέσματα, δηλαδή θα μπορούσε να οδηγήσει το Ιράν σε κλιμάκωση των πολεμικών του ενεργειών και στο disruption της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας πετρελαίου, με τον αποκλεισμό άλλων σημαντικών ναυτιλιακών διαδρομών. Για παράδειγμα, η Σαουδική Αραβία ανησυχεί ότι το Ιράν, ως «απάντηση» θα επιλέξει να κλείσει το Μπαμπ αλ-Μαντέμπ, ένα πέρασμα της Ερυθράς Θάλασσας που είναι κρίσιμο για τις εξαγωγές πετρελαίου του βασιλείου.
Η αντίδραση αυτή της Σαουδικής Αραβίας δεν αντηχεί μόνο τη νευρικότητα που έχει προκαλέσει στις παγκόσμιες αγορές ο αποκλεισμός των Στενών από τις ΗΠΑ (χαρακτηριστική είναι η πορεία του πετρελαίου ξανά στα 100 δολάρια και η πτωτική πορεία των αγορών), αλλά και το σοκ που έχει προκαλέσει στις χώρες του Κόλπου η συνειδητοποίηση, μετά από το μπαράζ πυραυλικών επιθέσεων από το Ιράν, ότι δεν υπάρχει αυτή η «κουβέρτα ασφαλείας» που θεωρούσαν οι χώρες αυτές ότι απολάμβαναν από τις ΗΠΑ.
Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ στέλνει στην Τεχεράνη ένα μήνυμα αποφασιστικότητας, δείχνοντας ότι είναι αποφασισμένος να προκαλέσει αυτός τη σοβαρή διατάραξη της παγκόσμιας οικονομίας που απείλησε ή προσπάθησε η Τεχεράνη, βαθαίνοντας το πετρελαϊκό σοκ που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη στην παγκόσμια οικονομία. Βάσει του Lloyd’s List Intelligence, η κυκλοφορία των πετρελαιοφόρων δεξαμενόπλοιων μέσω του στενού, η οποία είχε αρχίσει να αυξάνεται σταδιακά μετά την εκεχειρία δύο εβδομάδων που ανακοίνωσε ο πρόεδρος Τραμπ την περασμένη εβδομάδα, σταμάτησε ξανά λίγες ώρες μετά την ανακοίνωσή του για το μπλόκο. Τουλάχιστον δύο πλοία που φαινόταν να κατευθύνονται προς την έξοδο έκαναν στροφή.
Ταυτόχρονα και καθώς οι επενδυτές έσπευδαν να προεξοφλήσουν μια περαιτέρω συρρίκνωση της προσφοράς στον Περσικό Κόλπο, το αργό πετρέλαιο σημείωνε νέα άνοδο. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης WTI των ΗΠΑ για παράδοση τον Μάιο σημείωσαν άνοδο άνω του 8% στα 104,40 δολάρια το βαρέλι, ενώ το Brent σημείωσε άνοδο άνω του 7% στα 101,86 δολάρια.
Η εντολή του προέδρου Τραμπ ήρθε μετά την κατάρρευση των 21ωρων διαπραγματεύσεων του Σαββατοκύριακου μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, χωρίς να επιτευχθεί συμφωνία σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, τον έλεγχο της θαλάσσιας οδού και τις συνεχιζόμενες επιθέσεις του Ισραήλ εναντίον της Χεζμπολάχ, που υποστηρίζεται από το Ιράν, στο Λίβανο.
Το ρίσκο υπάρχει, βέβαια και για την παγκόσμια οικονομία. Μέχρι να παραδοθεί στις φλόγες του πολέμου η περιοχή, περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου διερχόταν από το Στενό του Ορμούζ. Από τότε, η ροή αυτή έχει μειωθεί σε ελάχιστο βαθμό, ανατρέποντας τις αλυσίδες εφοδιασμού για το πετρέλαιο, τα λιπάσματα, τα ενδύματα και τα βιομηχανικά προϊόντα. Αναλυτές έχουν προειδοποιήσει ότι η εκκαθάριση της συσσώρευσης θα μπορούσε να διαρκέσει εβδομάδες, ακόμη και μετά την επίλυση της κρίσης.
Ένας πλήρης αποκλεισμός θα επιδεινώσει περαιτέρω την πίεση. «Η απομάκρυνση περισσότερου πετρελαίου από την αγορά — ιδίως του μοναδικού πετρελαίου που εξέρχεται πλέον από τον Περσικό Κόλπο — θα οδηγήσει τις τιμές του πετρελαίου σε περαιτέρω άνοδο... σε περίπου 150 δολάρια ανά βαρέλι», λέει ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος του Quincy Institute for Responsible Statecraft, Τρίτα Πάρσι.
Εκτός από το αργό πετρέλαιο, οι τιμές των εμπορευμάτων για τα λιπάσματα και το ήλιο — κρίσιμα εισροές για την παραγωγή τροφίμων και την κατασκευή ημιαγωγών — είναι πιθανό να συνεχίσουν να ανεβαίνουν, τροφοδοτώντας τον πληθωρισμό που ήδη επιταχύνεται, εξηγούν άλλοι αναλυτές. Καθόλου τυχαία, αξιωματούχοι του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας προειδοποίησαν την περασμένη εβδομάδα ότι θα υποβαθμίσουν τις προβλέψεις για την παγκόσμια ανάπτυξη και θα αυξήσουν τις προβλέψεις για τον πληθωρισμό, προειδοποιώντας ότι οι αναδυόμενες αγορές θα πληγούν περισσότερο.
«Οι οικονομικές επιπτώσεις από τις επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και λιμάνια στο Ιράν και σε άλλες χώρες του Κόλπου ενδέχεται να συνεχίσουν να ασκούν πίεση στην προσφορά στις αναδυόμενες αγορές της Ασίας», ανέφερε η Barclays. «Παραμένει να δούμε πόσο γρήγορα θα μπορέσουν να ομαλοποιηθούν η εξόρυξη, η διύλιση και η φόρτωση πετρελαίου και φυσικού αερίου».





Newsroom (1)


