Σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία, κατά το τέταρτο τρίμηνο του έτους, σημειώθηκε μέση πτώση κατά 4,3%, με αποκορύφωμα τον Δεκέμβριο, όταν η ετήσια μείωση άγγιξε το 6%. Παράλληλα, ακόμα και κατά τον Ιούλιο, η αύξηση του 2025 δεν ξεπέρασε το 3%, έναντι αύξησης 15% το 2024, 5% το 2023 και 11% το 2022.
Ασφαλώς, σε σχέση με το 2019, η αύξηση της προσφοράς καταλυμάτων στην Ελλάδα αγγίζει το 50% (από περίπου 100.000 σε ετησιοποιημένη βάση, σε 150.000 το 2025), επίδοση που τοποθετεί την ελληνική αγορά ως μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες στην Ευρώπη. Μάλιστα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε ο κ. Camilo Schmid Rivas, αναλυτής της AirDNA, το 2026, η Ελλάδα αναμένεται να ξεπεράσει την Κροατία και να βρεθεί στην έκτη θέση πανευρωπαϊκά, με βάση τον αριθμό των λειτουργούντων καταλυμάτων.
Πάντως, η ελληνική αγορά εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από έντονη εποχικότητα, παρότι την τελευταία διετία παρατηρείται αύξηση της ζήτησης και πέραν των θερινών μηνών. Σε ό,τι αφορά την προσφορά, η εικόνα είναι διαφορετική, καθώς το 2025, τους καλοκαιρινούς μήνες, τα διαθέσιμα καταλύματα προσέγγισαν τις 160.000, ενώ στο τέλος του έτους, ο αριθμός των ενεργών καταλυμάτων είχε μειωθεί σε μόλις 91.000. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι υπάρχουν ακόμα αρκετοί ιδιοκτήτες που λειτουργούν τα ακίνητά τους με ευκαιριακό τρόπο και ενδεχομένως τον υπόλοιπο χρόνο, να τα μισθώνουν με μακροχρόνιες μισθώσεις.
Από πλευράς ζήτησης, το 2025, οι καλοκαιρινοί μήνες συγκέντρωσαν το 58% της ζήτησης με βάση τον αριθμό των κρατήσεων, από 60% τα προηγούμενα χρόνια, ενώ η περίοδος της άνοιξης (Μάρτιος-Μάιος) και του Οκτωβρίου, συγκέντρωσαν το 26% της ζήτησης.
Μεταξύ των επιμέρους περιοχών, η μεγαλύτερη άνοδος των διαθέσιμων καταλυμάτων το 2025 εντοπίζεται στην Χίο με 35,2%, ενώ άνοδο κατά 28,3% σημείωσαν και τα καταλύματα στον Πειραιά. Επίσης, αυξήσεις κατά 25,4% σημειώθηκαν στην Κάλυμνο, κατά 21,4% στην Λέσβο, κατά 20,4% στην Κατερίνη και κατά 17,7% στη Γλυφάδα. Αντίθετη είναι η εικόνα στις πιο ώριμες αγορές της χώρας, όπου η προσφορά αυξήθηκε οριακά σε σχεδόν 2% κι αυτό λόγω της ανόδου που σημειώθηκε στην Αθήνα, από τα 12.886 στα 14.326 καταλύματα, απόρροια της απαγόρευσης λειτουργίας που θεσπίστηκε στις αρχές του 2025, η οποία προκάλεσε την απότομη αύξηση της έκδοσης νέων ΑΜΑ (Αριθμός Μητρώου Ακινήτου), κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2024, από τους ιδιοκτήτες που θέλησαν να εξασφαλίσουν την επιλογή μελλοντικής αξιοποίησης του ακινήτου τους και μέσω βραχυχρόνιων μισθώσεων.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία της ζήτησης από το εξωτερικό, καθώς το 90% των επισκεπτών προέρχονται από χώρες εκτός Ελλάδας, με τους Αμερικανούς να ξεχωρίζουν, με μερίδιο 21%, ενώ ακολουθούν με 14% οι επισκέπτες από το Ην. Βασίλειο, με 13% εκείνοι από την Γαλλία και με 10% οι Γερμανοί. Την πρώτη πεντάδα συμπληρώνουν οι επισκέπτες από τον Καναδά με μερίδιο 6%.
Όσον αφορά τις περιοχές που κατέγραψαν τις υψηλότερες επιδόσεις, σύμφωνα με τα στοιχεία της AirDNA, οι κερδισμένες ήταν η Κέρκυρα, η Κρήτη και η Ρόδος. Σε αυτές τις περιοχές, το RevPar (μέσο έσοδο ανά διανυκτέρευση, συνυπολογίζοντας και την πληρότητα), αυξήθηκε κατά 4% στην Κέρκυρα, κατά 3,3% στην Κρήτη και κατά 1,4% στη Ρόδο. Αντιθέτως, μειώθηκε κατά 4,1% στην Αθήνα, λόγω της σημαντικής αύξησης της προσφοράς καταλυμάτων. Ακόμα μεγαλύτερη πτώση κατά 15,6% σημειώθηκε στην Μύκονο, κυρίως λόγω της μεγάλης πτώσης της μέσης τιμής/διανυκτέρευση, μετά τις υπερβολές του πρόσφατου παρελθόντος.
Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η Prosperty στο ίδιο συνέδριο, στην Αθήνα λειτουργούν 13.274 καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης, με την πρωτεύουσα να κατατάσσεται στην 10η θέση της λίστας των μεγάλων πόλεων της Ευρώπης. Παράλληλα, η εταιρεία υπολογίζει ότι αντιστοιχούν περίπου 20 καταλύματα ανά 1.000 κατοίκους, επίδοση που την τοποθετεί στην 4η θέση πανευρωπαϊκά, πίσω από την Λισαβόνα (46,7 καταλύματα ανά 1.000 κατοίκους), το Παρίσι και τη Βενετία, αλλά και πάνω από πόλεις, όπως το Λονδίνο και η Βαρκελώνη (12 καταλύματα/1.000 κατοίκους).
Ωστόσο, σε επίπεδο εσόδων η εικόνα δεν είναι θετική, καθώς ενώ η Αθήνα καταγράφει την δεύτερη υψηλότερη μέση πληρότητα με 86,7 κρατήσεις/ετησίως, τα συνολικά έσοδα δεν ξεπερνούν τα 8.800 ευρώ, όντας η όγδοη καλύτερη επίδοση. Παρόλα αυτά, υπάρχουν περιοχές, ειδικά στο ιστορικό κέντρο της πόλης, όπως ο Κεραμεικός και πέριξ του Ζαππείου, όπου ένα κατάλυμα μπορεί να καταγράψει ετήσια έσοδα 33.800 ευρώ (2.750 ευρώ/μήνα).
Το 2025, οι περιοχές με την υψηλότερη μέση τιμή/διανυκτέρευση ήταν ο Κεραμεικός με 195 ευρώ, το Ζάππειο με 185 ευρώ και η Ακρόπολη με 176 ευρώ. Ακολουθούν το εμπορικό τρίγωνο με 142 ευρώ, το Κολωνάκι και το Κουκάκι με 124 ευρώ και το Θησείο με 114 ευρώ.





Newsroom (1)


