Το λουτσούνι: Ένα «ταξίδι» στον κόσμο του πηλού στην παλαιά Πάρο…

16 Μαϊος 2020 21:05

Πάρος, πρώτο μισό του 20ου αιώνα.

Το καϊκι με πλώρη προς ανατολάς, έσκιζε τα γαλανά νερά παλαντζάροντας, καθώς ήταν κατάφορτο από πολύτιμα σκεύη. Είχε ξεκινήσει από την αντικρινή Σίφνο και έπλεε προς το λιμάνι της Πάρου, εκεί όπου ευελπιστούσε ότι θα ξεφορτωνόταν την πραμάτεια του καθώς οι νοικοκυράδες θα έτρεχαν να προμηθευτούν κάθε λογής πήλινα αγγεία που απάρτιζαν τον κόσμο της καθημερινής τους λάτρας.

Σαν άραζε, το ανθρωπομάνι συνωστιζόταν στην προκυμαία και οι αγορές έδιναν κι έπαιρναν. Ένα πανόραμα από πηλό, απλωμένο στο κατάστρωμα άλλαζε χέρια και τα μάτια των αγοραστών ρουφούσαν αχόρταγα τα νέα τους αποκτήματα.
Τι ποικιλία από ζωγραφιστές στάμνες, από βαριά τσουκάλια μαγειρέματος, τεράστια πιθάρια για την αποθήκευση υγρών και στερεών τροφίμων, τσανάκες, σκουτέρια, πιάτα, κούπες και λαϊνια για επιτραπέζια χρήση αλλά και παλιάτσες για μέτρημα του μούστου, έφερνε το Σιφνέικο καϊκι!



Όταν πια και οι τελευταία Παριανοί νοικοκυραίοι έφευγαν φορτωμένοι με τα πολύτιμα πήλινα αγγεία, σειρά των Σιφνιών ήταν να φορτωθούν ότι είχε ξεμείνει στα χέρια ή σε γαϊδάρους, για να τα πουλήσουν σε χωριά ή εξοχές της Πάρου.

Περνοδιάβαιναν τα σοκάκια ή τα μονοπάτια ανάμεσα στις εξοχικές κατοικιές διαλαλώντας την πραμάτεια τους και οι χωρικές ή οι ξωχάρισσες έβγαιναν στα κατώφλια με αυγά, κοτόπουλα ή τυριά στα χέρια για να τα ανταλλάξουν με τους γυρολόγους όπως τους έλεγαν, και να αποκτήσουν χρειαζούμενα πήλινα σκεύη.

Πανάρχαια η τέχνης της αγγειοπλαστικής, από χώμα, νερό και φωτιά, είναι όσο παλιά και ο κόσμος μας. Για χιλιάδες χρόνια τροφοδοτούσε τα νοικοκυριά και είχε αναχθεί σε υψηλή λαϊκή καλλιτεχνία στο διάβα των αιώνων. Και στην Πάρο υπήρχαν στο παρελθόν αγγειοπλαστεία που άνθιζαν εκεί όπου υπήρχε άφθονος και κατάλληλος πηλός, δηλαδή στα Τσουκαλιά, στην Ξιφάρα, στη Ζωοδόχο Πηγή της Λάγγερης (Γλαστρί) και αλλού.

Τα πήλινα αγγεία, σκεύη της χρείας αλλά και δημιουργήματα λαϊκής τεχνοτροπίας, κυριαρχούσαν στον μικρόκοσμο της καθημερινότητας του νησιώτικου σπιτικού. Μα και πόσο νοστίμιζαν το περιεχόμενό τους! Αν ήταν καλοφτιαγμένα με καλή ποιότητα πηλού και είχαν ψηθεί στην κατάλληλη θερμοκρασία, έδιναν ξεχωριστό άρωμα στο φαγητό ή το κρασί διατηρώντας τα υγιεινά και φρέσκα. Είχαν το μονοπώλιο της καθημερινής χρήσης μιας και άλλα υλικά για σκεύη δεν υπήρχαν στις νησιώτικες κοινωνίες.

Είχαν όμως και ένα σημαντικό μειονέκτημα. Δεν άντεχαν στην κρούση και έσπαζαν εύκολα! Οι εποχές δύσκολες και η γρήγορη αντικατάστασή τους ακόμη δυσκολότερη. Η επινοητικότητα όμως των νησιωτών ανεξάντλητη όταν πάλευαν να εφεύρουν τρόπους για να μπαλώσουν το σπάσιμο και να γλιτώσουν το πήλινο!

Ένας τέτοιος τρόπος που απαιτούσε μαστοριά και υπομονή ήταν το λουτσούνι. Επρόκειτο για αλοιφή από φυσικά υλικά που βρίσκονταν σε κάθε σχεδόν παριανό σπιτικό, τα οποία ομογενοποιημένα, γίνονταν η συγκολλητική ουσία του σπασμένου πήλινου αγγείου!
Το λουτσούνι ήταν στην ουσία ένα άσπρο άλειμμα που παρασκευαζόταν από βαμβάκι, ασβέστη και γάλα όσο έπαιρνε. Και τα τρία υλικά, τοποθετούνταν σε μαρμάρινο γουδί, σε μορτάρι δηλαδή όπως συνήθιζαν να το αποκαλούν στην Πάρο. Εκεί για πάρα πολύ ώρα και με υπομονή, τα χτυπούσαν με το γουδοχέρι φτιάχνοντας μια ομοιογενή πάστα.

Στη συνέχεια αφού καθάριζαν τα σημεία της επαφής των πήλινων κομματιών, συναρμολογούσαν τα κομμάτια και με το δάχτυλο έπλαθαν κατά μήκος του σπασίματος ένα κορδόνι από την πάστα αυτή. Το μήκος του κορδονιού ήταν ανάλογο με το σπάσιμο, το πλάτος του συνήθως 2 – 3 περίπου εκατοστά και το πάχος του 5 σχεδόν χιλιοστά, ανάλογα πάντοτε με το μέγεθος του σκεύους. Μετά την κάλυψη της σπασμένης επιφάνειας με το κορδόνι, βουτούσαν τη ρόγα του δαχτύλου σε λάδι και έστρωναν με αυτό την εξωτερική επιφάνεια ώστε να γίνει πιο λεία, γυαλιστερή και εύκαμπτη.

Η αναλογία των υλικών παρασκευής της πάστας ποίκιλε ανάλογα με το είδος του πήλινου αγγείου που ήθελαν να συγκολλήσουν. Έτσι, έβαζαν μεγαλύτερη ποσότητα από βαμβάκι όπου ήθελαν μια πιο εύκαμπτη και με μεγάλη αντοχή πάστα, ωστόσο, πρόσθεταν περισσότερο ασβέστη όπου απαιτούνταν μικρότερη διαπερατότητα, στην περίπτωση δηλαδή που το αγγείο προοριζόταν για πιο ρευστά υγρά όπως το νερό ή το κρασί.

 



Το λουτσούνι που με τόση επιμονή παρασκεύαζαν οι νοικοκυρές για να σώσουν το πήλινο σκεύος τους, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στα τσουκάλια ή άλλα σκεύη που προορίζονταν για μαγείρεμα σε υψηλές θερμοκρασίες. Εκεί όμως που μπάλωνε τις επιφάνειες με θαυμαστή αρτιότητα, ήταν στις περίφημες στάμνες. Τα πήλινα δηλαδή δοχεία για το κουβάλημα του νερού που ήταν πιο πιθανό να σπάσουν εύκολα λόγω της μεγάλης και συχνής χρήσης.

Κοινός τόπος το κουβάλημα νερού από ποτάμια, πηγές ή πηγάδια στα νησιωτικά κυρίως μέρη όπου το πρωταρχικό αγαθό της ζωής ήταν συνήθως λιγοστό και σπάνιο. Συχνά, και ειδικά σε περιόδους ανομβρίας, χιλιόμετρα περπατούσαν οι νησιώτες ή όδευαν πάνω σε ζώα προς πηγάδια, ποτάμια ή πηγές που κρατούσαν ακόμα λίγο από το πολύτιμο αγαθό. Σε χρονικό μάλιστα του 1880 περίπου, αναφέρεται ότι οι κάτοικοι από τους ψηλούς, κεντρικούς λόφους της Πάρου, κατέβαιναν οδοιπορώντας πολύ μεγάλες αποστάσεις για να κουβαλήσουν νερό στα σπίτια τους σε περίοδο μεγάλης ξηρασίας.

Στα νησιά που είχαν μικρή επιφάνεια γης, οι άνθρωποι κατά το παρελθόν, γνώριζαν ότι έπρεπε να κρατούν το νερό ψηλά στους λόφους ώστε η καθοδική πίεσή του να διώχνει τα υφάλμυρα υπόγεια νερά. Για το λόγο αυτό, περιμετρικά των λόφων κατασκεύαζαν πεζούλια σε μικρές αποστάσεις, ώστε το νερό γλιστρώντας από πεζούλι σε πεζούλι να διηθείται στο λόφο, να κατεβαίνει στους πρόποδές του όπου υπήρχαν οι πηγές και τα πηγάδια τα οποία εκτείνονταν ως τα παράλια της θάλασσας, αλλά και να συγκρατείται το χώμα για να μπορεί να καρπίζει από την υγρασία ανάμεσα στα πεζούλια.

Πεζούλια, τα οποία σήμερα κινδυνεύουν να καταστραφούν από την αδιαφορία μας γι΄αυτά ή από τα μη δεσποζόμενα ζώα. Όσα απομένουν, αποτελούν πανάρχαια πολιτισμική κληρονομιά και η εξάλειψή τους εγκυμονεί ασφαλώς περιβαλλοντικούς κινδύνους για τα νησιά.
Οι σοφές αυτές απλές πρακτικές αποτελούσαν βίωμα της αγροτικής ζωής που μεταλαμπαδευόταν από γενιά σε γενιά για χιλιάδες χρόνια και έθρεψε την ανάγκη της επιβίωσης στους άνυδρους, μικρούς νησιωτικούς τόπους. Ωστόσο όσο αναγκαίο ήταν το λιγοστό νερό, άλλο τόσο χρήσιμο ήταν και το πήλινο αγγείο που το μετέφερε, δηλαδή η στάμνα. Με το κατάλληλο σχήμα της, καρπός της λαϊκής παρατήρησης και μαστοριάς, κρατούσε το νερό δροσερό καθώς ανοδικά ρεύματα αέρα κρύωναν την επιφάνειά της.

Έχοντας περίοπτη θέση στη λαογραφία, η στάμνα, το φέρον σκεύος για το νερό από πηλό, πρωταγωνίστησε σε λαϊκές αφηγήσεις, τραγούδια, δοξασίες, θρύλους, ιστορίες και παροιμίες. Λυγερόκορμες κόρες, νοικοκυρές ακόμα και παιδιά, γίνονταν κουβαλητές της και όταν αυτή έσπαζε, στην Πάρο δουλευόταν το λουτσούνι για να τη μπαλώσει και να της χαρίσει και πάλι ευχρηστία.

Τόσο απλά, τόσο εύκολα και άμεσα, το λουτσούνι, καρπός της εμπειρικής λαϊκής τεχνογνωσίας σε μια εποχή που η χρεία όριζε τις διαδρομές της επινοητικότητας του νου των ανθρώπων και αυτές με τη σειρά τους την επιβίωση, το φυσικό αυτό συγκολλητικό παρασκεύασμα έσωζε τα τότε ενδεή νοικοκυριά από έξοδα ή στέρηση αγαθών που απαιτούνταν για την απόκτηση με ανταλλαγή, ενός νέου αγγείου από πηλό. Από γη δηλαδή, ύδωρ και πυρ, στοιχεία που η πρωτογένεια εκείνης της παλαιάς ζωής πάλευε και μοχθούσε να δαμάσει ώστε να συνεχίσει να ζει…

Ειδησεογραφικός, Ενημερωτικός, Ιστότοπος με σεβασμό στην αμερόληπτη ευρεία παρουσίαση των γεγονότων. Έγκυρη και έγκαιρη καθημερινή ενημέρωση!

 

Διαγωνισμός

diagonismoi prosexos