Η ευκαιρία που προσέφερε ο πόλεμος και η ικανοποίηση του Λευκού Οίκου
Ήταν μια ανακοίνωση που προκάλεσε σοκ: τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που αποτελούν την τρίτη μεγαλύτερη χώρα παραγωγής του ΟΠΕΚ, αποχωρούν από το πετρελαϊκό καρτέλ άμεσα, από την 1η Μαΐου, σε ένα διάστημα που μαίνεται η κρίση στη Μέση Ανατολή, το ράλι των πετρελαϊκών τιμών και τα ερωτηματικά για τις αντοχές της ενεργειακής αγοράς.
Και αυτό δημιούργησε αμέσως εύλογα ερωτηματικά για την σκοπιμότητα της χρονικής συγκυρίας, αλλά και τις γεωπολιτικές και οικονομικές συνέπειες που θα επιφέρει.
Η αρχική αντίδραση της αγοράς πετρελαίου ήταν έντονη με φόντο κιόλας το αδιέξοδο στις συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν, όμως σταδιακά οι τιμές σταθεροποιήθηκαν, γεγονός που αποδίδεται στην ούτως ή άλλως μεγάλη στενότητα της φυσικής αγοράς πετρελαίου που έχει δημιουργήσει το μπλόκο των Στενών του Ορμούζ.
Στις 18:30 ώρα Ελλάδος η προθεσμιακή τιμή του Brent βρισκόταν στα 111 δολάρια με τα εβδομαδιαία κέρδη του να πλησιάζουν το 6% και η τιμή του αμερικανικού WTI κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι.
Σημειωτέον πως ήδη τη Δευτέρα διεθνείς αναλυτές και τράπεζες όπως η Citigroup και η Morgan Stanley είχαν αναθεωρήσει εκ νέου προς τα πάνω τις προβλέψεις τους για τις τιμές του πετρελαίου, καθώς εντείνεται η μείωση των παγκόσμιων αποθεμάτων, ενώ δεν διαφαίνεται διπλωματική λύση για την επανέναρξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
Ο υπουργός Ενέργειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων Σουχάιλ Μοχάμεντ αλ-Μαζρούι, σε δηλώσεις του, υποστήριξε ότι η απόφαση ελήφθη έπειτα από προσεκτική αξιολόγηση των ενεργειακών στρατηγικών της περιφερειακής δύναμης και με δεδομένο ότι δεν αναμένεται να έχει τεράστιο αντίκτυπο στην αγορά, ακριβώς λόγω της κατάστασης που επικρατεί στα Στενά του Ορμούζ.
Οι χώρες του Κόλπου που συμμετέχουν στο πετρελαϊκό καρτέλ ήδη αντιμετώπιζαν σοβαρές δυσκολίες στις εξαγωγές τους μέσω των Στενών εξαιτίας των ιρανικών απειλών και επιθέσεων κατά πλοίων, όποτε η αλλαγή της δομής του ΟΠΕΚ δεν θα έχει πρακτικά άμεσα αντίκτυπο στις ροές.
Τα ΗΑΕ είχαν και στο παρελθόν αφήσει να εννοηθεί ότι θα μπορούσαν να αποχωρήσουν από τον ΟΠΕΚ, δεδομένης της χρόνιας αντιπαράθεσης τους με τη Σαουδική Αραβία σχετικά με τα επίπεδα παραγωγής του Οργανισμού. Όμως, ο πόλεμος φαίνεται πως τελικά επιτάχυνε τις εξελίξεις, αν όχι χρησιμοποιήθηκε και ως αφορμή για την επανεξέταση της στρατηγικής της χώρας τόσο εντός του ΟΠΕΚ όσο και σε σχέση με τις διεθνείς της συμμαχίες.
Είχε προηγηθεί, εξάλλου, σκληρή κριτική του Εμιράτου προς τα υπόλοιπα αραβικά κράτη, τα οποία κατηγόρησε ότι δεν έκαναν αρκετά για να το προστατεύσουν από τις επανειλημμένες ιρανικές επιθέσεις κατά τη διάρκεια του πολέμου, ενώ είχε υπονοήσει ότι θα επιδιώξει μεγαλύτερη εμβάθυνση της στρατηγικής του σχέσης με τις ΗΠΑ – που σημειωτέον πως μέσω του Σκοτ Μπέσεντ βρίσκονται στην τελική ευθεία για την έγκριση έκτακτων swap lines δολαρίου για να στηρίξει το Αμπου Ντάμπι – , αλλά και το Ισραήλ.
Σημειωτέον πως τα ΗΑΕ δέχτηκαν το μεγαλύτερο και σφοδρότερο μέρος των ιρανικών επιθέσεων προς τις γειτονικές αραβικές χώρες, μια διόλου τυχαία επιλογή από την πλευρά της Τεχεράνης προς τον στενότερο σύμμαχο της Ουάσιγκτον στην περιοχή, κάτι που προφανώς λειτούργησε ως η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για το Εμιράτο.
«Οι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου στήριξαν η μία την άλλη σε επίπεδο εφοδιαστικής υποστήριξης, αλλά σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο θεωρώ ότι η στάση τους ήταν ιστορικά η πιο αδύναμη», είχε υποστηρίξει μόλις τη Δευτέρα o Ανουάρ Γκαργκάς, διπλωματικός σύμβουλος του προέδρου των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, επικρίνοντας ανοιχτά τη στάση των υπόλοιπων χωρών του Κόλπου απέναντι στις ιρανικές επιθέσεις.
Στην πετρελαϊκή αγορά η μακροχρόνια δυσαρέσκεια των ΗΑΕ απέναντι στον οργανισμό και την άτυπη ηγέτιδα του, τη Σαουδική Αραβία, με επίκεντρο την πολιτική και τις αποφάσεις του ήταν κοινό μυστικό. Το Εμιράτο, που παρήγε 3,4 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ημερησίως πριν από τον πόλεμο, εξέφραζε εδώ και χρόνια τη δυσαρέσκειά του απέναντι στον ΟΠΕΚ και δυσφορούσε για τις ποσοστώσεις παραγωγής που αποφάσιζε και οι οποίες το εμπόδιζαν να εξάγει μεγαλύτερες ποσότητες πετρελαίου.
Τα ΗΑΕ διατηρούσαν εδώ και καιρό τη θέση ότι θα έπρεπε να εξάγουν πετρέλαιο στο μέγιστο δυνατό επίπεδο, ώστε να αξιοποιήσουν τα έσοδα από το εμπόρευμα για τη χρηματοδότηση της επόμενης φάσης ανάπτυξής τους και την προετοιμασία τους για τη μετα-πετρελαϊκή εποχή.
Ωστόσο, ο ΟΠΕΚ, υπό τις οδηγίες της Σαουδικής Αραβίας, συνέχισε να επιβάλει ποσοστώσεις παραγωγής σε μια προσπάθεια να στηρίξει τις τιμές του πετρελαίου, περιορίζοντας την παραγωγή των ΗΑΕ.
Οι σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών επιδεινώθηκαν αισθητά όταν οι εντάσεις μεταξύ των δυνάμεων του Κόλπου ήρθαν ανοιχτά στην επιφάνεια τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο, εξαιτίας των διαφωνιών για τον ρόλο τους και τη στήριξη αντίπαλων παρατάξεων στην Υεμένη. Παρά το γεγονός ότι Άμπου Ντάμπι και Ριάντ βρίσκονταν στην ίδια πλευρά, τα τελευταία χρόνια, απέναντι στους στηριζόμενους από την Τεχεράνη αντάρτες Χούθι, οι Σαουδάραβες επικεντρώθηκαν κυρίως στη διατήρηση μιας κεντρικής κυβέρνησης φιλικής προς αυτούς και στην ασφάλεια των συνόρων τους, ενώ το Εμιράτο στήριξε ισχυρές τοπικές και αυτονομιστικές δυνάμεις στον νότο της Υεμένης, επιδιώκοντας μεγαλύτερη επιρροή σε λιμάνια και στρατηγικές θαλάσσιες οδούς της Ερυθράς Θάλασσας και του Κόλπου του Άντεν.
Η ρήξη φάνηκε προσωρινά να αποκλιμακώνεται, καθώς τα κράτη του Κόλπου εμφανίστηκαν ενωμένα απέναντι στον νέο πόλεμο που ξέσπασε, αλλά και το σοκ από την μη αναμενόμενη επιθετικότητα του Ιράν απέναντι στους Άραβες γείτονές του με συνεχείς επιθέσεις εναντίον των υποδομών τους.
Ωστόσο, οι εντάσεις επανήλθαν και καθώς, μετά από δύο μήνες πολέμου δεν διαβλέπεται σύντομα επίλυση της κρίσης, ήταν προφανές ότι τα ΗΑΕ έκριναν πως η χρονική συγκυρία προσέφερε τελικά μια αφορμή να κάνουν πράξη την απειλή τους, χωρίς να δημιουργήσουν άμεσα πρόβλημα στις ήδη λαβωμένες αγορές, χωρίς να ανησυχούν για αρνητική πολιτική αντίδραση από τον Λευκό Οίκο και προκειμένου να μπορούν να προετοιμαστούν για την επόμενη ημέρα: όταν ανοίξουν και πάλι τα Στενά, θα μπορούν να αυξήσουν όσο θέλουν την παραγωγή τους και να προχωρήσουν σε μαζικές εξαγωγές σε υψηλές τιμές, εξυπηρετώντας κιόλας και δυτικές χώρες με μειωμένα αποθέματα λόγω της παρατεταμένης κρίσης.
«Τα Εμιράτα δεν ήταν ευχαριστημένα με το ότι έπρεπε να περιορίζουν την παραγωγή τους, ιδιαίτερα όταν ήθελαν να αντλούν περισσότερο πετρέλαιο και οι Σαουδάραβες επιθυμούσαν να αντλούν λιγότερο», εξήγησε ο Φιράς Μακσάντ, διευθυντής Μέσης Ανατολής της Eurasia Group. «Ορισμένες από τις πολιτικές διαφορές έχουν οξυνθεί λόγω των διαφορετικών θέσεων απέναντι στον πόλεμο και την αντίδραση στην ιρανική απειλή, με τα ΗΑΕ να ενισχύουν ακόμη περισσότερο τη συμμαχία τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, ενώ άλλες χώρες επιδιώκουν διαφοροποίηση και στρατηγική εξισορρόπηση», πρόσθεσε.
Ο πολιτικός παράγοντας δεν είναι διόλου αμελητέος. Η εξέλιξη αναμένεται να γίνει θερμά δεκτή στον Λευκό Οίκο ως νίκη για τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος εδώ και χρόνια επιτίθεται ανοιχτά κατά του ΟΠΕΚ, κατηγορώντας τον ότι στρεβλώνει τις τιμές του πετρελαίου μέσω τεχνητής προσαρμογής της προσφοράς αντί να αφήνει την αγορά να λειτουργεί ελεύθερα.
Σε μια ομιλία με έντονο ύφος στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 2018, είχε κατηγορήσει τον οργανισμό ότι «εκμεταλλεύεται τον υπόλοιπο κόσμο».
Προφανώς η αποχώρηση των ΗΑΕ αποτελεί ισχυρό πλήγμα για το μέλλον του ΟΠΕΚ, καθώς αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της ύπαρξής του. Ο οργανισμός θα γίνει «δομικά πιο αδύναμος», και η Σαουδική Αραβία θα απομείνει το μόνο μέλος με ουσιαστική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα.
Η εξέλιξη αυτή θέτει υπό αμφισβήτηση την ικανότητα του οργανισμού να διατηρεί τη συλλογική πειθαρχία των πετρελαιοπαραγωγών χωρών παγκοσμίως, πολλές από τις οποίες θεωρούνται στρατηγικοί αντίπαλοι των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και να επηρεάζει τις τιμές του πετρελαίου προς όφελός του μέσω ελεγχόμενων περιορισμών στην προσφορά.
Μην ξεχνάμε ότι το Ιράν εξακολουθεί να αποτελεί φυσικά μέλος του ΟΠΕΚ, ενώ και η Ρωσία έχει συμπράξει με τη Σαουδική Αραβία για τη δημιουργία του διευρυμένου ΟΠΕΚ+, παίζοντας έτσι στρατηγικό ρόλο στις ισορροπίες του πετρελαϊκού κλάδου και τα «παιχνίδια» των τιμών, σε ένα διάστημα που η Μόσχα έχει τα δικά της ενεργειακά συμφέροντα να εξυπηρετήσει εν μέσω του συνεχιζόμενου πολέμου στην Ουκρανία.





Newsroom


